Kαθώς οδηγούσα για τη δουλειά και άκουγα ένα CD με παλιά τραγούδια του Δημήτρη Μητροπάνου, αποφάσισα να γράψω ένα ποστ φιλοσοφικού περιεχομένου (sic!) για τρία ξεχωριστά, αλλά μάλλον άγνωστα ζεϊμπέκικα που υπήρχαν εκεί μέσα – και μου έφτιαξαν τη μέρα.
Πολλές φορές οι λαϊκοί δημιουργοί, συνθέτες και στιχουργοί, το «φιλοσοφούν» – και δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Τότε τους ανεβάζει στα νέφη ο Διόνυσος και φλερτάρουν επίμονα με τη λέξη «αριστούργημα». Αυτό βέβαια σπανιότατα επιτυγχάνεται – ο μόνος που το κατάφερε ξανά και ξανά σε τέτοιου είδους τραγούδια, που καταπιάνονται με θέματα αυτοκατάφασης, οντολογικά ερωτήματα, υπαρξιακές αγωνίες, πρόσωπα και σχέσεις και άλλα δύσκολα, ήταν ο Άκης Πάνου (το θολωμένο μου μυαλό, η ζωή μου όλη, τα όνειρα, ο τρελός – και άλλα πολλά). Ο Άκης Πάνου όμως, ήταν ο μεγαλύτερος λαϊκός δημιουργός στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα και, οπωσδήποτε, αποτελεί εξαίρεση.
*
Το πρώτο ζεϊμπέκικο είναι σε μουσική Σπύρου Παπαβασιλείου και στίχους Βασίλη Μαρινάτου.
Ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο…
Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου
ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο.
Ρεφραίν:
Κλαίει απόψε η γειτονιά, μαζί με την καρδιά μου
που είσαι αγάπη μου γλυκιά, να δεις τα δάκρυά μου.
Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, μία ψευτιά μεγάλη
και το δικό σου βάσανο, να δω που θα με βγάλει…
Το τραγούδι ξεκινάει με γκολ από τα αποδυτήρια (η αρχική σπαραχτική δήλωση + ο εκπληκτικός στίχος όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου) όπου δηλώνεται με απόλυτη σαφήνεια και αξιοθαύμαστη δραματουργική πυκνότητα ότι:
- η συγκεκριμένη ζωή (η ζωή μου) είναι δίχως νόημα, στο σύνολό της (όλη)
- ως στερούμενη νοήματος γίνεται συγγενική (ξαδέρφι) με τον θάνατο, ο οποίος εξ υποθέσεως δεν έχει νόημα στην αντίληψη του λαϊκού ανθρώπου
- μια τέτοια ζωή δεν είναι αξιοβίωτη (μια από τις κυρίαρχες ορίζουσες της λαϊκής αντίληψης, η οποία εκτιμά μόνο την αξιοβίωτη ζωή)
Είναι λοιπόν δικαιολογημένη η επίκληση του θανάτου, ο οποίος θα λυτρώσει τον υπερήφανο ήρωα του τραγουδιού (με τον οποίο ταυτίζεται ο ακροατής / χορευτής) από μια ζωή που δεν του αξίζει – άρα κι αυτός δεν τη θέλει.
Ως εδώ το ζεϊμπέκικο με τους στίχους, τη μελωδία του και τον δυναμικό του ρυθμό, που εκφράζει έξοχα την ανήσυχη εσωτερική κατάσταση του ήρωα, ξεδιπλώνεται με υποβλητικό, αριστουργηματικό τρόπο. Παρ’ όλη τη μετριότατη ενορχήστρωση, όπου πίσω από το μπουζούκι ασχημονεί μια ενοχλητική ντραμς, αταίριαστη και παράταιρη (Βέβαια η φωνή και η ερμηνεία του Μητροπάνου ισοπεδώνει αυτή τη λεπτομέρεια…)
Ατυχώς, αμέσως μετά, καθώς ακούγονται το ρεφραίν και το δεύτερο κουπλέ, το τραγούδι πέφτει (σε νόημα). Εκεί που είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε μια συνέχεια αντάξια της εισαγωγής, ο στίχος γίνεται κοινότοπος και αφελής: όλη η φιλοσοφική / ψυχική διεργασία που είναι έτοιμη να οδηγήσει στην αβίαστη επιλογή του θανάτου ή σε μια δραματική ανατροπή, τελικά οφείλεται /καθρεφτίζεται / επεξηγείται σε μια …γκόμενα, που λείπει! (Να γιατί ο Άκης Πάνου, από τους στίχους του οποίου μάλλον εμπνεύστηκε ο στιχουργός, είναι ένας και μοναδικός…)
Έστω κι έτσι όμως, το ζεϊμπέκικο παραμένει πανέμορφο!
*
Το δεύτερο ζεϊμπέκικο είναι σε μουσική και στίχους του Τάκη Μουσαφίρη.
Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα
κι έβλεπα από την αρχή πως ξαναγεννήθηκα
- πως ξαναγεννήθηκα.
Έβλεπα φωτιές στο δρόμο, έβλεπα παντού φωτιές
πως καιγόνταν τα κορμιά μας, μέναν μόνο οι ψυχές
και δεν είχαν ούτε πόνο, ούτε και λαβωματιές
να ‘μενα στον Άλλον Κόσμο, να μην ξύπναγα ποτές.
Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα
σαν με ξύπνησε η βροχή, αχ πόσο λυπήθηκα
- αχ πόσο λυπήθηκα…
Εδώ ο στίχος μας υποβάλει εξαρχής την ιδέα ότι ο ήρωας είναι σε φάση φυγής, μακριά από τους ανθρώπους: καλαμιές στην πόλη δε βρίσκεις και μάλιστα σε τέτοιο μέρος που να μπορέσεις να κοιμηθείς πάνω σε μια στοίβα. Είναι λοιπόν κυριολεκτικά φευγάτος και κουρασμένος. Τι πιο φυσιολογικό από το να ονειρευτεί ότι ξαναγεννιέται, σ’ έναν κόσμο (= τρόπο ύπαρξης) της αρεσκείας του.
Το όνειρο είναι εντυπωσιακά υποβλητικό: η άλλη ζωή πραγματώνεται μέσω της φωτιάς (το Ηρακλείτειον πυρ, σ’ έναν αξιοπρόσεχτο αταβισμό!) Η φωτιά εξαφανίζει τα σώματα, δηλαδή τον υλικό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος μας υποχρεώνει να πονάμε και να υποφέρουμε. Και βέβαια, το παρανάλωμα γίνεται στο δρόμο, δηλαδή εντός της πόλεως, καθώς (μια ακόμα σύμπτωση!) ο λαϊκός στιχουργός ονειρεύεται έξω από την πόλη (στις καλαμιές) αλλά το όνειρό του εκτυλίσσεται εκεί που πραγματώνεται η ζωή – μέσα στην πόλη (στο δρόμο) Θεωρείται αυτονόητο πως όπου κι αν πας, η πόλις θα σ’ ακολουθεί. Όποιος έχει αμφιβολίες για την ορθότητα αυτής της ερμηνείας, ας προσέξει πως ο στίχος μιλάει για τα κορμιά μας. Το ολοκαύτωμα λοιπόν αφορά πολλούς ανθρώπους (την πόλη) και όχι έναν μονάχα, για να μπορεί να επισυμβεί οπουδήποτε.
Ενώ θα περίμενε κανείς να αντικρίσει μια φρικιαστική εικόνα φλεγόμενης σάρκας, συνοδευόμενη από θρήνους και οιμωγές, αντ’ αυτών προβάλει θριαμβευτικά και ανακουφιστικά το ζητούμενο: οι ψυχές επιβιώνουν και ο τρόπος ύπαρξης μεταφέρεται σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου δεν υπάρχει ούτε πόνος, ούτε και λαβωματιές. Η φιλοσοφική διάνοιξη του λαϊκού στιχουργού έχει το χαρακτηριστικό ότι αντιλαμβάνεται τον Άλλο Κόσμο σύμφωνα με την κλασσική ελληνική παράδοση (επιβίωση της ψυχής, απάθεια) και αγνοεί παντελώς τις χριστιανικές απόψεις περί παραδείσου – κολάσεως και αναστάσεως των ψυχών και των σωμάτων ημών!
Όπως και στο πρώτο τραγούδι, η ενθαδική ζωή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, επειδή δεν είναι αξιοβίωτη: πόνος και λαβωματιές! Υποδηλώνεται και εδώ η αντίληψη της διαχρονικής λαϊκής αντίληψης περί του ζην. Αντίθετα όμως με το πρώτο, αυτό το τραγούδι ολοκληρώνεται αριστουργηματικά: η βροχή δίνει τέλος στο όνειρο και ο ονειροβάτης επιστρέφει στη σκληρή πραγματικότητα του βίου. Λυπάται γι’ αυτό, αλλά το αριστουργηματικό ρεφραίν επαναλαμβάνεται θριαμβικά, επιτελώντας με τον καλύτερο τρόπο την αποστολή του: το όνειρο δεν πήγε χαμένο, αφού λειτουργεί (και θα λειτουργεί ες αεί) ως παραμυθία και δυνατότητα, αλλά και ως διαφυγή και αποφόρτιση από τον παρόντα βίο. Ως σοφή ανθρώπινη παρέμβαση προκειμένου ο ενθαδικός τρόπος ύπαρξης να γίνεται υποφερτός και -γιατί όχι- ποιητικός ή με άλλα λόγια αξιοβίωτος, παρ’ όλα τα βάσανά του. Αυτός άλλωστε δεν είναι ο λόγος που μας κάνει να λατρεύουμε τα λαϊκά τραγούδια, όπως και τις άλλες μορφές υψηλής (δηλαδή αυθεντικής) τέχνης;
*
Το τρίτο ζεϊμπέκικο με τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου είναι σε μουσική Βασίλη Κουμπή και στίχους Κώστα Γεωργουσόπουλου (ναι, δε διαβάσατε λάθος…)
Όταν κλαίει ένας άντρας, ασ’ την πόρτα σφαλιστή
μην τρυπώσει ξένο μάτι, μεσ’ την κάμαρη και δει.
Άναψέ του το τσιγάρο, κάτσε δίχως να μιλάς
κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς.
Αν χτυπήσουνε οι φίλοι, δως τους τόπο να σταθούν
πιάστε δυνατό τραγούδι, οι φωνές να σκεπαστούν.
Όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός
κι αν ορφάνεψ’ από φίλους, ξαγρυπνάει ο Θεός.
Το τραγούδι αυτό, αν και με στίχους γραμμένους από έναν κλασσικό διανοούμενο, δεν έχει τις φιλοσοφικές φιλοδοξίες των άλλων δυο, αλλά είναι εξίσου ενδιαφέρον. Κατ΄ αρχήν δε δηλώνεται πουθενά ο λόγος για τον οποίο μπορεί να κλαίει ένας άντρας, πραγματώνεται δηλαδή μια αξιοπρόσεχτη γενίκευση. Δεν ξέρουμε το λόγο, αναγνωρίσουμε όμως ατόφιο το Ομηρικό κήδος: η διαφύλαξη της αντρικής αξιοπρέπειας παραμένει υψηλό ζητούμενο και για τη σύγχρονη λαϊκή αντίληψη των αξιών της ζωής.
Ο ήρωας θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να κλάψει και να σπαράξει, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ως αδιανόητη την πιθανότητα αυτό να συμβαίνει ενώπιον μαρτύρων. Το κλάμα και ο σπαραγμός αναγνωρίζονται ως αναπόφευκτες ανθρώπινες λειτουργίες – αδυναμίες, αλλά πάνω από αυτές, για πάρα πολλούς λόγους που δεν μας παίρνει ο χώρος να αναλύσουμε, αξιολογείται η δημόσια εικόνα του άντρα, η οποία έχει φιλοτεχνηθεί με κόπο και συνέπεια και είναι άτοπο να αμαυρωθεί με τη δημοσιοποίηση της απελπισίας και του αδιεξόδου του. Δεν διευκρινίζεται (άλλη μια ιδιοφυής αμφισημία / σκόπιμη ασάφεια του στιχουργού) αν τον άντρα που κλαίει τον συντροφεύει η γυναίκα του ή ο πιο έμπιστος φίλος του, ο αδερφοποιητός του.
Το πρόσωπο αυτό (ο παραστάτης) οφείλει να έχει συγκεκριμένη συμπεριφορά: Να δείχνει ότι νοιάζεται και φροντίζει (άναψέ του ένα τσιγάρο) να τηρεί τον απαράβατο όρο της σιωπής (κάτσε δίχως να μιλάς) για να μην παρεμβάλει παράσιτα στο εξελισσόμενο δράμα του κεντρικού ήρωα – και ακόμα να είναι απολύτως διακριτικός (κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς). Στα καθήκοντα του/ της συντρόφου -παραστάτη συμπεριλαμβάνεται και ο χειρισμός των κοινωνικών επαφών (κι αν χτυπήσουνε οι φίλοι) με τρόπο που να συγκαλύπτει έντεχνα (δώς τους τόπο να σταθούν) την εικόνα ταμπού του άντρα που κλαίει. Ταυτόχρονα, φροντίζει ενεργά για την αποτελεσματικότερη κάλυψή της (πιάστε δυνατό τραγούδι) γιατί ο ηχηρός σπαραγμός του άντρα που βρίσκεται στη διπλανή κάμαρα κινδυνεύει να γίνει αντιληπτός (οι φωνές να σκεπαστούν).
Ήδη έχει σκιαγραφηθεί ένα πλούσιο σκηνικό δράσης και αρχαϊκού – νεοελληνικού ήθους, το οποίο ολοκληρώνουν αριστουργηματικά οι τελευταίοι στίχοι. Δηλώνεται αποφατικά πως όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός. Γι’ αυτό η παρουσία του συμπαραστάτη, του Άλλου, που όταν υφίσταται υποδηλώνει τον πλούτο που φέρει μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης / έρωτα / φιλίας, είναι μεν ευκταία, αλλά όχι και υποχρεωτική, προκειμένου να αντέξει ο ήρωας το σπαραγμό και να βγει ζωντανός απ’ αυτόν. Η έλλειψη είναι πικρή (κι αν ορφάνεψε από φίλους) αλλά, στην ανάγκη, καλείται ευθαρσώς ως παραστάτης στη δοκιμασία ο ίδιος ο Θεός! (ξαγρυπνάει ο Θεός) Μόνο στην απόλυτη ανάγκη όμως, ως λύση απελπισίας και φτώχιας και μιζέριας – καθώς ούτε το τσιγάρο πρόκειται ν’ ανάψει ο Θεός, ούτε να κάνει πως δε βλέπει και δεν καταλαβαίνει…
Τρέχα γύρευε τώρα, γιατί κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι ανατριχιάζω…
(Κυριε) Πανο ειστε ανωμαλος.Δεν μπορω να καταλαβω την εμπαθεια σας για τργουδια που εδω και δεκαετιας εκφραζουν και διασκεδαζουν εκατομυρια Ελληνες.Ειστε εμπαθης με τον μεγαλυτερο Ελληνα τραγουδιστη αυτη τη στιγμη στην Ελλαδα και τα τργουδια που ερμηνευει και τελικα αν δεν σας αρεσουν τα συγκεκριμενα τραγουδια γιατι τα ακουτε. Σας παρακαλω να αναθεωρησετε ή καλυτερα να συνελθετε.
By: Στρατος Αμοιρας on Σεπτεμβρίου 4, 2009
at 11:02 μμ
Κύριε Στράτο,
δύο τινά συμβαίνουν: ή εξασκείσθε σε ένα είδος χιούμορ ή κάτι δυνατό έχετε πιεί…
By: Πάνος on Σεπτεμβρίου 4, 2009
at 11:09 μμ