Αχ,
τα σφυρά τα ηλιοψημένα
οι κνήμες του μπρούντζου
τα σκέλη που ξεπερνούν κατά τι την ορθή γωνία
στην πίσω θέση της μηχανής.
Αχ,
ο ήλιος κι ο αγέρας
καθώς φιλάνε εναλλάξ, οι μόρτες,
το φανερό και το ψευτοκρυμμένο
στις παραβολές του κόρφου και της πυγής.
Αχ,
τα μελένια βλέμματα
οι ίσκιοι που πέφτουν ζευγαρωμένοι στα βότσαλα
η κάψα στο μεσόφρυδο του μεσημεριού
των χειλιών τ’ αγγίγματα
αχ!