<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:georss="http://www.georss.org/georss" xmlns:geo="http://www.w3.org/2003/01/geo/wgs84_pos#" xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/"
	>

<channel>
	<title>Η μικρή καλύβα</title>
	<atom:link href="http://zervaspanos.wordpress.com/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://zervaspanos.wordpress.com</link>
	<description>...στο απέναντι βουνό</description>
	<lastBuildDate>Wed, 18 Mar 2009 09:51:39 +0000</lastBuildDate>
	<generator>http://wordpress.com/</generator>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<cloud domain='zervaspanos.wordpress.com' port='80' path='/?rsscloud=notify' registerProcedure='' protocol='http-post' />
<image>
		<url>http://www.gravatar.com/blavatar/3c1d12d74dba76d217ef19cac0f2a2fd?s=96&#038;d=http://s.wordpress.com/i/buttonw-com.png</url>
		<title>Η μικρή καλύβα</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com</link>
	</image>
			<item>
		<title>Η ευχή της Πορφυρίας</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/porfyria/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/porfyria/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 18 Mar 2009 09:49:55 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιλογές από τα μτΚ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=114</guid>
		<description><![CDATA[
Μόλις κυκλοφόρησε:
Η ευχή της Πορφυρίας ή ο ερωτύλος νεκροθάφτης. Μυθιστόρημα εποχής (του καιρού μας). Εκδόσεις Αγριομαραθιά, Αγουλινίτσα 2006. Σελίδες 667 (με τα εξώφυλλα). Χρυσόδετο, σε σχήμα σχεδόν ομαλού παραληλογράμμου, διακοσμημένο με ρόδακες και δικεφάλους αετούς (ένας μοιάζει με δικέφαλη πάπια, αλλά είναι στο πλάι και δε φαίνεται πολύ). Αριθμημένα αντίτυπα (1 έως 3). Τιμή, δεν [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=114&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p style="text-align:center;"><img class="alignnone size-full wp-image-113" title="porfiria" src="http://zervaspanos.files.wordpress.com/2009/03/porfiria.jpg?w=500&#038;h=333" alt="porfiria" width="500" height="333" /></p>
<p><strong>Μόλις κυκλοφόρησε:</strong></p>
<p><strong><em>Η ευχή της Πορφυρίας ή ο ερωτύλος νεκροθάφτης.</em></strong> <strong>Μυθιστόρημα εποχής</strong> (του καιρού μας). <strong>Εκδόσεις Αγριομαραθιά, Αγουλινίτσα 2006.</strong> Σελίδες 667 (με τα εξώφυλλα). Χρυσόδετο, σε σχήμα σχεδόν ομαλού παραληλογράμμου, διακοσμημένο με ρόδακες και δικεφάλους αετούς (ένας μοιάζει με δικέφαλη πάπια, αλλά είναι στο πλάι και δε φαίνεται πολύ). Αριθμημένα αντίτυπα (1 έως 3). <strong>Τιμή</strong>, δεν έχει. Τα γνήσια αντίτυπα φέρουν την υπογραφή του συγγραφέως, ένθετο με οδηγίες χρήσεως, κατάλογο διευθύνσεων δημοσίων υπηρεσιών, αναχωρήσεις πλοίων και αεροπλάνων, θέατρα και κινηματογράφοι, τηλέφωνο κέντρου δηλητηριάσεων, διανυκτερεύοντα κτηνιατρεία. <strong>Τελείωνε, επιτέλους, ν&#8217; αρχίσουμε!<span id="more-114"></span></strong></p>
<p><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></p>
<p>Όλα ξεκίνησαν από ένα ποστ, <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_27.html">αφιερωμένο στην Ελιζαμπέτα</a>. Ξαφνικά, ως κεραυνός εν αιθρία, στο πρωταπριλιάτικο ποστ που κάναμε για να προωθήσουμε το image <a href="http://lamproukos.blogspot.com/">του Λαμπρούκου</a>, σε συνεννόηση με το Πολιτικό Συμβούλιο για την εκλογή στη Νομαρχία (Διευθυντής: <a href="http://ofufutos.blogspot.com/">ο κ. Φούφουτος</a>) και τα διάφορα γραφεία δημοσίων σχέσεων που διεκδικούν να αναλάβουν την περίπτωσή μας (το Λαμπρούκο, δηλαδή &#8211; ο οποίος σκόπιμα καθυστερεί να διαλέξει ανάμεσά τους, για να τους έχει όλους [όλες + έναν] «υπό δοκιμή» και να μην πληρώνει δραχμή!). Στο ποστ αυτό λοιπόν κατεγράφησαν τα ακόλουθα σχόλια:</p>
<p>* <em>Που εισαι μωρο μου ολα αυτα τα χρονια που εφαγα τον κοσμο να σε βρω μεχρι που κατεληξα καλογρια σε μοναστηρι? Τωρα ειμαι στην Ιερα Νονη Βησαριωνος και κανω μαστογραφιες (γνωριζει σχετικα ο κ Χαρδαβελας).Αν θελεις επικοινωνησε μαζυ μου.Μοναχη Πορφυρια (κατα κοσμον Ελιζαμπετα).</em></p>
<ul class="unIndentedList">
<li> <strong>Πάνος:</strong></li>
</ul>
<p><em>Αδελφή Πορφυρία, την ευχούλα σας!</em><em></em></p>
<p><em>(έχε γούστο&#8230;)</em></p>
<p>* <em>Συν Θεω ολα εχουν γουστο στην ζωη αρκει να πιστευουμε σε οτι αγαπουμε και ο Κυριος δεν μας εγκαταλειπει,αλλα μας αποκαλυπτεται συνεχως μεσα απο καθε αληθινη επιθυμια μας.Με τη βοηθεια του η αγαπη ειναι δεν πεθαινει ποτε.Επικοινωνησε μαζυ μου στη Μονη την επομενη Παρασκευη 2-8 μμ Αδελφη Πορφυρια.</em></p>
<ul class="unIndentedList">
<li> <strong>Λαμπρούκος:</strong></li>
</ul>
<p><em>@ Αδελφή Προρφυρία: Αδελφή, μπορώ να επικοινωνήσω και γω ο κολασμένος για έναν εξορκισμό;</em></p>
<ul class="unIndentedList">
<li> <strong>Πάνος:</strong></li>
</ul>
<p><em>Αδελφή Πορφυρία, δε βλέπω την ώρα&#8230;</em><em></em></p>
<p><em>Λαμπρούκο, ένας εξορκισμός σου χρειάζεται, όντως&#8230;</em></p>
<p>* <em>Αδελφοι μου μην περιπαιζετε το θελημα του. Δεν ειμαι εγω που θα εξορκισω το κακο ουτε η ιδια η εκκλησια αλλα η αγαπη.Αυτο που με οδηγησε εδω δεν ειναι οι αμαρτιες (ποιος δεν εχει απ΄αυτες;) αλλα η αναζητηση της αληθειας και της χαμενης αγαπης.Ο ερωτας μου για τον Ανθρωπο που αναφερατε δεν ανταγωνιζεται τον ερωτα μου για Αυτον και βεβαια τιποτα δεν ειναι τυχαιο και αντιθετο με το θελημα Του.Αδελφη Πορφυρια.</em></p>
<p>Κατόπιν αυτών, ο Λαμπρούκος, ιδιοκτήτης του Γραφείου Τελετών <strong><em>Ο Αχόρταγο</em>ς</strong> δεν κρατιόταν, ούτε δεμένος:</p>
<p><em>- Θέλω να τη συναντήσω!</em><em><br />
- Την καλόγρια;<br />
- Την καλόγρια! Με εξιτάρει το ράσο!<br />
- Έχε υπόψη σου πως είναι σαρανταπεντάρα.<br />
- Ε;<br />
- Σε εξιτάρει μια σαρανταπεντάρα θεούσα &#8211; και όχι απλώς θεούσα αλλά και καλόγρια;<br />
- Ω, ναι, ναι, ναι, ναι&#8230; Πολύ!<br />
- Έχεις δει ποτέ από κοντά σαρανταπεντάρες καλόγριες;<br />
- Ε&#8230; όχι. Δε λένε;<br />
- Πως δε λένε&#8230; αλλά τι λένε&#8230;<br />
- Τι λένε, τι λένε;<br />
- <strong>Φεύγατε να φεύγουμε</strong>, λένε! <strong>Μακριά κι αλάργα</strong>, λένε!<br />
- Ναι, αλλά η Ελιζαμπέτα ήταν κούκλα! Δεν ήταν;<br />
- Έτσι λέει ο νευροχειρουργός, που ήταν ξετρελαμένος μαζί της&#8230;<br />
- Εσύ, δεν την έχεις δει;<br />
- Που να την έχω δει, χριστιανέ μου; Εγώ απλώς έγραψα την ιστορία της!<br />
- Μα πως γίνεται αυτό;<br />
- Τι <strong>πως γίνεται</strong>, ορέ Λαμπρούκο; Εδώ ο Μάρκος έγραψε κοτζάμ Ευαγγέλιο χωρίς να έχει δει ποτέ του τον Ιησού, δύσκολο είναι να γράψεις την ιστορία της Ελιζαμπέτας;<br />
- Εντάξει, παραδέχομαι πως υπάρχει ένα κενό&#8230; Αλλά εγώ βλέπω πίσω από τις γραμμές των σχολίων μια παθιασμένη γυναίκα, ένα θηλυκό θερμό αλλά στερημένο για χρόνια, ένα πίδακα λάβας που περιμένει πως και πως να ξεχειλίσει και να κατακλύσει το σύμπαν, μια μαινάδα ντυμένη με το σεβάσμιο μεν, αλλά τόσο λάθος γι&#8217; αυτήν ράσο, και εγώ θα την πάρω&#8230;<br />
- Εεεε! Τράβα χειρόφρενο!<br />
- &#8230;πάρω την παρθενιά της για δεύτερη φορά, λέ-ω!<br />
- Ρε, πας καλά;<br />
- Δεν κρατιέμαι! Θέλω να πάμε!<br />
- Γιατί <strong>να πάμε;</strong> Αφού λύσσαξες, τράβα μόνος σου!<br />
- Τρελός είσαι; Εσένα περιμένει. Αν εμφανιστώ εγώ&#8230;<br />
- Θα πεις πως είσαι εγώ και θα δράσεις αναλόγως&#8230; Έτσι κι αλλιώς, και μένα δε με ξέρει&#8230;<br />
- Ε; είναι μια ιδέα κι αυτό&#8230;<br />
- Καταπληκτική ιδέα!<br />
</em><br />
Μεσολάβησε μια μεγάλη σιωπή. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, ο Λαμπρούκος σκεφτόταν εντατικά.</p>
<p><em>- Όχι.</em><em><br />
- Τι όχι;<br />
- Να πάμε μαζί!<br />
- Γιατί μαζί;<br />
- Γιατί &#8230;κομπλάρω μόνος μου!<br />
- Τι πράμα; Επαγγελματίας νεκροθάφτης και κομπλάρεις;<br />
- Κομπλάρω&#8230; είμαι πολύ ευαίσθητος και ντροπαλός κατά βάθος&#8230; είναι πράγματα από την παιδική μου ηλικία, που όταν τα γράψω στο μπλογκ&#8230;</em> (λυγμός) <strong><em>μέχρι να έρθει η μοιραία στιγμή που ξυπνάει το κτήνος μέσα μου και διαλύω τα πάντα&#8230;</em></strong><em> πολύ θα με βόλευε να πηγαίναμε παρέα, να έκανες εσύ τις επαφές, να μιλούσαμε για την ιστορία της Ελιζαμπέτας με την αδελφή Πορφυρία, να φτιαχνόταν πρώτα το κλίμα, η ατμόσφαιρα&#8230;</em><em><br />
- &#8230;<br />
- &#8230;<br />
- &#8230;<br />
- Εμπρός, έλα. Έλα, Λαμπρούκος εδώ! <strong>Ναι; Ναι;</strong><br />
- Εδώ είμαι, μη φωνάζεις&#8230; το σκέφτομαι&#8230; στην περίπτωση αυτή&#8230; τι να σου πω&#8230;<br />
- Δηλαδή, πάμε παρέα;<br />
- Άντε, πάμε!</em></p>
<p>Λίγη ώρα αργότερα συναντηθήκαμε για πρώτη φορά οι δυο μας στο καφενείο του Ευόσμου <strong><em>Η χαρά του νεκροθάφτη</em></strong>, ήπιαμε καφέ, οργανώσαμε με κάθε λεπτομέρεια το ταξίδι (<em>πάμε και βλέπουμε!</em>) και γελάσαμε αφθόνως, ο καθένας για δικούς του λόγους.</p>
<p><strong><em>ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ</em></strong></p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α&#8217;</strong></p>
<p>Όπου σταματάμε για καφέ στο <strong><em>Όλυμπος &#8211; Πλάζα</em></strong> πριν την Κατερίνη και ο Λαμπρούκος ενθουσιάζεται από τρεις χαμογελαστές αψηλές ξανθές γαλανομάτες με μινιμαλιστική ένδυση και αναλογίες <strong>90-60-90</strong>. Δηλώνει πως ακυρώνει την επίσκεψη στη <strong>Μονή</strong>, προκειμένου να τις ακολουθήσει στο <strong>Μοναστήρι</strong> (Μπίτολα). Διαπιστώνει πως δε μπορεί, όταν έρχεται από την τουαλέτα, όπου είχε πάει για να πουδράρει τη μύτη του, ο <em>καλλιτεχνικός τους πράκτωρ</em> <strong>Μπορίς</strong> &#8211; ξανθός γαλανομάτης κι αυτός, αλλά με ντουλαποειδείς πλάτες. Αυτός, μπορεί. <strong>Αναχωρούμε</strong> μάλλον βιαστικά και με μια αίσθηση ματαιότητος των ανθρωπίνων.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β&#8217;</strong></p>
<p>Όπου σταματάμε στου <strong><em>Καταραχι</em>ά</strong>, διότι το Λαμπρούκο τον ταλαιπωρεί η κύστη του &#8211; είναι και μεγάλης ηλικίας (η κύστη, όχι ο ίδιος&#8230;). Το κεφάλαιον στερείται περαιτέρω πλοκής και απλώς χρησιμεύει ως πρόσχημα για να παραθέσει ο συγγραφεύς τις βαθυστόχαστες απόψεις του περί τέχνης, φαινομενολογίας και ιστορίας των επιστημών, χρησιμοποιώντας ως αλληγορικό σχήμα την εξαντλητική περιγραφή και τη συγκριτική αξιολόγηση των τεχνικών στιβαγμού του γύρου (με πίττα) εις το σουβλί, τώρα που είμαστε ακόμα στην αρχή και ο αναγνώστης βρίσκεται εισέτι σε καλή φυσική κατάσταση. <strong>Αναχωρούμε</strong> με το κεφάλι καζάνι.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ&#8217;</strong></p>
<p>Όπου φτάνουμε στην <strong><em>Αλαμάνα</em></strong> και ο Λαμπρούκος εκπληρώνει το παιδικό του όνειρο να καταθέτει δάφνινο στεφάνι εις το άγαλμα του ήρωος της Επαναστάσεως Αθανασίου Διάκου. Την ώρα της καταθέσεως σταματούν δυο περιπολικά της Τροχαίας, τους άνδρες των οποίων πληροφορώ ότι πρόκειται περί του <strong>Νομάρχου Θεσσαλονίκης</strong>. Οι τροχαίοι στέκονται κλαρίνο και αποδίδουν στρατιωτικό χαιρετισμό στο Λαμπρούκο, ο οποίος τους χαιρετά δια εγκαρδίου χειραψίας, ως άλλος <strong>Κίμων Κουλούρης</strong>. Στην μεταξύ των τροχαίων τροχαία χαϊδεύει το μαγουλάκι λέγων <em>εσένα θα σε μεταθέσω στη Θεσσαλονίκη, να μας διορθώσεις το απαυτό μας&#8230; το κυκλοφοριακό μας&#8230;</em> Η κοπέλα τον ατενίζει απλανώς, μη εννοήσασα τι εννοεί ο καλοβαλμένος μεσόκοπος κύριος με τις ολίγες τρίχες επιμελώς χτενισμένες εξ αριστερών προς τα δεξιά, εφ΄ όλης της εκτάσεως του κρανίου, για να φαίνονται μπολικότερες. Εντέλει πήρε το τηλέφωνο της τροχαίας (του Αρχηγείου Λαμίας, δια παν ενδεχόμενον). <strong>Αναχωρούμε</strong> μέσα σε εθνική και πατριωτική έξαρση.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ&#8217; </strong></p>
<p>Όπου λόγω ελλειπούς σημάνσεως των δρόμων και των κατσικοδρόμων χάνουμε τον δρόμον και ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι ο δρόμος μας έβγαλε εις τον <strong><em>Προυσσό Ευρυτανίας</em></strong>. Ο Λαμπρούκος επωφελείται για να δει ιδίοις όμμασι το σπαθί του ήρωος Γεωργίου Καραϊσκάκη που φυλάσσεται εις την Μονή. Συζητά επί μακρόν με τον <strong>γέροντα Αβατάγγελον</strong> δια τας ηρωικάς πράξεις του ήρωος και γελούν και οι δύο καλοκάγαθα, διηγούμενοι πιπεράτα περιστατικά του βίου του, ο ένας εις τον άλλον, το ένα μετά το άλλο (είχε πολλά ο αείμνηστος Καραΐσκος&#8230;). Ο Λαμπρούκος δηλώνει ότι σκέπτεται σοβαρά να μετονομάσει το <strong>Λευκό Πύργο</strong> σε <strong>Πύργο Γεωργίου Καραϊσκάκη</strong>. Ο Αβατάγγελος ενθουσιάζεται, αλλά εγώ αρχίζω να αμφιβάλλω πλέον περί της πνευματικής υγείας του ανδρός. <strong>Αναχωρούμε</strong> πεινασμένοι και πάμε από κει που ήρθαμε, μπας και καταφέρουμε επιτέλους να πάμε προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε&#8217; </strong></p>
<p>Όπου το κατσικάκι στη γάστρα τέλειον, καθώς και το κοντοσούβλι και τα καπνιστά λουκάνικα. Ο Λαμπρούκος προσπαθεί να γοητεύσει τη Ρουμελιώτισσα ταβερνιάρισσα, μιλώντας της <a href="http://locandiera.blogspot.com/">για μια συνάδελφό της, ονόματι Παγώνα</a>, που γράφει στα ιντερνέτια με ψευδώνυμο (μου αφηγείται εμπιστευτικά πως είχαν ένα θυελλώδη δεσμό προ ετών, ο οποίος έληξε άδοξα για πολιτικούς λόγους: εκείνος ήτο με τον <strong>Βαγγέλη Βενιζέλο</strong> και εκείνη με τον <strong>Γουλιέλμο Τέλλο</strong>). Η θαλερή μπουρτζόβλαχα δείχνει να ανταποκρίνεται και να θέλει λεπτομερείς οδηγίες για το πως μπορεί να ανοίξει μπλογκ, αλλά σπάζεται και τα παρατάει καθώς ο Λαμπρούκος, εξαιτίας και της απεριόριστης μπυροποσίας, πηγαίνει όλη την ώρα στην τουαλέτα. <strong>Αναχωρούμε</strong> έχοντας κατουρήσει επιμελώς.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ&#8217;</strong></p>
<p>Όπου ευρισκόμενοι εις κατάστασιν προκεχωρημένης ευθυμίας, το ρίχνουμε στο τραγούδι. Αρχίζει ο Λαμπρούκος με το <strong>summertime</strong> και απαντώ με το <strong>ένας αητός καθότανε</strong>. Ο νομάρχης αντιγυρίζει με το <strong>yellow submarine</strong> και τον κόβω με την <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_06.html">Παπαλάμπραινα</a>. Του κινείται το ενδιαφέρον, καθώς η ηρωική παπαδιά του φέρνει σε παπα- Λαμπρούκαινα. Μερακλωμένος, τραγουδά το <strong>imagine</strong>. Τον ξενερώνω αναφέροντας πως με τέτοιο ρεπερτόριο, ο <strong>(μη χέσω) Ψωμιάδης</strong> θα τον κάνει μια χαψιά στις εκλογές. Κατεβαίνοντας τα στροφιλίκια προς Λαμία αναλύουμε το θέμα εις βάθος. Με το πέρας της συζητήσεως ο Λαμπρούκος επιχειρεί το <strong>νιάου νιάου βρε γατούλα</strong>, με πτωχά αποτελέσματα. <strong>Δεν αναχωρούμε</strong>, διότι πώς να αναχωρήσουμε αφού ήδη ευρισκόμεθα εν κινήσει;</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ&#8217;</strong></p>
<p>Όπου αντικρίζουμε την <strong>Ιερά Μονή Βησσαρίωνος</strong>, με έντονο χτυποκάρδι και βαθύ συναίσθημα θρησκευτικού δέους και κατανύξεως. Ανώτερα ερωτήματα έρχονται και κατακλύζουν τις ψυχές μας, αναζητώντας απάντηση. <em>Σταμάτα, κατουρήθηκα!</em> φωνάζει ο Λαμπρούκος και χώνεται πίσω από κάτι σκίνα. Βγαίνει κατασυγχυσμένος, έχοντας καταβρέξει αμφότερα τα καστόρινα παπούτσια του. Περιμένοντας να στεγνώσουν θαυμάζουμε την μεγαλοπρεπή φύση &#8211; δίνεται επιτέλους στο συγγραφέα η ευκαιρία να αξιοποιήσει το δεινό του ταλέντο παραθέτοντας εξαντλητικές περιγραφές της τοπικής χλωρίδας, με έμφαση στα θαμνώδη φυτά, αρχής γενομένης από τις κουμαριές, τις ασφάκες και τα χαμοπούρναρα. <strong>Αναχωρούμε</strong> για τη Μονή, όπου και φτάνουμε μετά από δεκαεπτά δευτερόλεπτα.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η&#8217; </strong></p>
<p>Όπου μετά την προσκύνηση σε είκοσι πέντε ιερές εικόνες (η μία θαυματουργή &#8211; <strong>η Παναγιά η Εκλογολόγος</strong>) ένα αγίασμα, τρία παρεκκλήσια, και πλειάδαν όλην χαριτοβρύτων ιερών λειψάνων, ρωτάμε την αρχοντάρισσα που μας ξεναγεί &#8211; εγώ μεν περί της <strong>αδελφής Πορφυρίας</strong>, ο δε Λαμπρούκος περί της πλησιεστέρας τουαλέτας. Εντός ολίγου ο Λαμπρούκος επιστρέφει και ερωτά εμπιστευτικά την αδελφή εάν θα ήταν σκόπιμο να κάνει τάμα στην Παναγιά την Εκλογολόγον. Εκείνη τον πληροφορεί πως ήδη έχουν τάξει <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/11/blog-post_06.html">ο Γεώργιος Παπανδρέου</a>, <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/12/blog-post_113493993122222739.html">για να γίνει πρωθυπουργός</a>, <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_25.html">ο Μίμης Ανδρουλάκης για να γίνει υφυπουργός (Χαμένων Υποθέσεων)</a> και ένας γελαστός νομάρχης, ο πως-τον-λένε, α ναι, ο Ψωμιάδης, από τη Θεσσαλονίκη. <em>Σιγά μην τάξω!</em> μουρμουρίζει ο Λαμπρούκος, έχοντας χάσει το χρώμα του (από χαλκοπράσινος έχει γίνει βεραμάν). <strong>Αναχωρούμε</strong> για το Ηγουμενείο. Η αδελφή που μας οδηγεί είναι με το ζόρι ένα και πενήντα, περίπου ενενήντα κιλά και φέρει ευμεγέθη μαύρον μύστακα. Αυτό δεν εμποδίζει το Λαμπρούκο να μου κάνει νοήματα πως <em>ναι, αυτήν εγώ άμα λάχει ναούμε</em> κλπ και να βαδίζει όπισθέν της χοροπηδώντας ως πίθηκος. Επιβεβαιώνονται πλήρως οι υποψίες μου περί της πνευματικής υγείας του ανδρός.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θού, παράγραφος χού, σελίς νουδού αριστερά &#8211; και κάτι ψιλά στραγάλια (γαπ γαπ το μπεγλέρι)</strong></p>
<p>Όπου η Ηγουμένη <strong>Χριστονύμφη</strong> προβάλει από το βαθύ σκότος εις το ρηχόν ημίφως και αποκαλύπτει πως αυτή έγραψε ως τάχαμ δήθεν εμένα μου λες πρώην Ελιζαμπέτα τα σχόλια στο μπλογκ, για να τσιμπήσω και να ξεκαμπίσω, όπερ και εγένετο. Όσο μιλάει τα μάτια της λάμπουν, δεν ξέρω αν είναι για καλό ή για κακό. Τα καλοκάγαθα μάτια του Λαμπρούκου με τις μελιτζανιές αποχρώσεις, προδίδουν τη μεγάλη του σύγχυση, καθώς περιεργάζεται την εντυπωσιακή φιγούρα της Ηγουμένης (<em>90-60-90!</em>, μονολογεί θαυμαστικά) ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να εννοήσει τι εννοεί η Χριστονύμφη όταν ρωτάει <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/12/blog-post_26.html"><em>που βρίσκεται αυτό το ρεμάλι ο Τζακ;</em></a> Όχι μόνο <strong>δεν αναχωρούμε</strong>, αλλά στρογγυλοκαθόμαστε, διότι η συνέχεια προμηνύεται άκρως ενδιαφέρουσα.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι&#8217;</strong></p>
<p>Όπου αποκαλύπτεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ότι ο Τζακ είχε επισκεφθεί προ τριμήνου τη Μονή και είναι υπεύθυνος για δύο εγκυμοσύνες, της <strong>αδελφής Πουλχερίας</strong> και της <strong>δοκίμου Παχωμίας</strong> αμφοτέρων και των δύο(νε) εκ <strong>Κροστάνδης</strong> (ήτο Ρωσίδες &#8211; η μεγάλη αδυναμία του Τζακ&#8230;). Ο Λαμπρούκος προσπαθεί να κάνει χιούμορ, μη σεβόμενος την ιερότητα του χώρου και λέγει <em>Σόδομα και Γόμμορα γίνονται εδώ μέσα!</em> ως άλλη <strong>Σαπφώ Νοταρά</strong>. Η Ηγουμένη τον κεραυνοβολεί με ένα ψαρωτικό βλέμμα και με επιτιμά λέγοντας <em>τι τον κουβάλησες αυτόν το ζουμπά;</em> Ο Λαμπρούκος τινάζεται θέλοντας να διαμαρτυρηθεί ότι με 1.62 (χωρίς παπούτσια) δεν είναι ζουμπάς, αλλά τον καθησυχάζω. Όταν η Χριστονύμφη <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/12/blog-post.html">(πρώην Αριάδνη)</a> πείθεται ότι δεν έχω ιδέα που βρίσκεται ο Τζακ, κηρύσσει τη συνάντηση περαιωθείσα. <strong>Αναχωρούμε</strong> για τα κελιά μας, με ανάμικτα αισθήματα και κολασμένες φαντασιώσεις, για τις οποίες δε γνωρίζουμε ακόμα αν θα πραγματοποιηθούν ή όχι.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ&#8217; </strong></p>
<p>Όπου κατά τη διάρκεια της νύχτας γίνεται <strong>του Κουτρούλη το πανηγύρι</strong>. Για λόγους προωθήσεως των πωλήσεων του βιβλίου, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της <strong><em>Αγριομαραθιάς ΑΕ</em></strong> <strong>κ. Αγριομαραθιάς</strong>, με συνεβούλευσε αυτοπροσώπως και επιμόνως να αποφύγω να προβώ σε λεπτομερείς περιγραφές εις την παρούσα διαφημιστική παρουσίαση. Συνεπώς, αναχωρούμε άπρακτοι από το σκανδαλώδες ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ&#8217;, ελπίζοντας ότι θα πουληθούν στο τέλος και τα τρία αντίτυπα. <em>Ουδέν κακόν αμιγές καλού</em>, διότι ούτω πως δίνεται η δυνατότητα να οργιάσει η φαντασία των επισκεπτών του μπλογκ, οι οποίοι ελπίζω <strong>να μην αναχωρήσουν</strong> πριν της ώρας τους, εις ένδειξιν διαμαρτυρίας, για σοβαρότερα ιστολόγια &#8211; και να καθίσουν, λέγω, να σχολιάσουν ελευθέρως αλλά καθωσπρέπει.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ&#8217;</strong></p>
<p>Όπου κρατάμε σακούλες με νηστίσιμες χυλοπίτες (παραγωγή της Μονής, χωρίς ετικέτα) σεμεδάκια κεντητά στο χέρι για τις συζύγους μας (παραγωγή της Μονής &#8211; ασχέτως αν για λόγους ταπεινώσεως γράφουν στην ούγια <em>made in China</em>) βαζάκια με γλυκά του κουταλιού (παραγωγή της Μονής, επίσης <em>made in China</em>) και μια μεγάλη εικόνα της <strong>Παναγίας της Εκλογολόγου</strong> (αυθεντική παραγωγή της Μονής, ISO 9002, <em>made in Europe</em> λέει από πίσω, την κουβαλάει ο Λαμπρούκος &#8211; που δεν άντεξε ως το τέλος και έταξε, για να βοηθήσει η θαυματουργή εικόνα αυτόν και όχι τον [μη χέσω] Ψωμιάδη). Καθώς βαδίζουμε προς το αυτοκίνητο τον ρωτάω τι έταξε και μου απαντά <em>να μην γυρίσω να δω ξένη γυναίκα Τετάρτη και Παρασκευή, εκτός αν&#8230; εκτός αν είναι στην κατηγορία <strong>90-60-90!</strong></em> <strong>Αναχωρούμε</strong> από τη Ιερά Μονή για τη Θεσσαλονίκη, πιο αμαρτωλοί απ΄ όσο είμαστε πριν αναχωρήσουμε από τη Θεσσαλονίκη για τη Ιερά Μονή.</p>
<p><strong>ΤΕΛΟΣ &#8211; THE END &#8211; FIN &#8211; FINITO &#8211; CONIEK</strong> &#8211; <a href="http://mauro-probato.blogspot.com/">PAPBYC KΠΥΘ</a></p>
<p>*</p>
<p>Αποφασίσαμε με το <strong>Λαμπρούκο</strong> να ανεβάσουμε το θέμα <strong><em>η ευχή της Πορφυρίας</em></strong>, την ίδια μέρα και ώρα, χωρίς να γνωρίζει ο ένας τι έγραψε ο άλλος. Για να δούμε λοιπόν τι έγραψε <a href="http://lamproukos.blogspot.com/2006/04/h.html">αυτός ο αχαΐρευτος&#8230;</a></p>
<p>*</p>
<p>Ο εκδότης μας ο Αγριομαραθιάς, όγδοος ξάδερφος του ήμερου Μαραθιά, οργανώνει πολυδάπανη διαφημιστική εκστρατεία για την προώθηση του ιστορικού δίδυμου έργου <a href="http://lamproukos.blogspot.com/2006/04/h.html">του Λαμπρούκου</a> και <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/04/blog-post_114444293193275784.html">και των &#8220;μτΚ&#8221;</a>. Χωρίς να υπολογίζει το δυσθεώρητο κασέ του (και τη φήμη οτι μαστιγώνει τους πελάτες) έκλεισε τον ίδιο τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της <a href="http://www.kaltsovrako.blogspot.com/">Kaltsovrakos Adv. Co</a> κ. Τάσο (Γαύρο) Καλτσόβρακο. Μετά από επίμονες προσπάθειες τον έπεισε να αφήσει για λίγο τα καθήκοντά του ως βοηθός στο γνωστό Ψιλικατζίδικο και να φιλοτεχνήσει το έργον τέχνης που βλέπετε, καθώς και το τηλεοπτικό spot που θα σας παρουσιάσουμε στις 31 Απριλίου.</p>
<p>Ο Αγριομαραθιάς έπεισε το διάσημο μπλόγκερ <a href="http://macmanus.wordpress.com/">MacManus</a> να πρωταγωνιστήσει, κι αυτός δέχτηκε για να τη σπάσει στον ήμερο Μαραθιά και σε κάποιον άσημο μπλόγκερ που συμπαθεί ιδιαιτέρως. &#8220;Τώρα που πήρα την κρυάδα με το <a href="http://www.nylon.gr/?=338">βίντεο του Nylon</a>&#8221; δήλωσε &#8220;σ&#8217; ένα διαφημιστικό θα κολλήσω;&#8221; Κι όταν έμαθε πως για τις ανάγκες του διαφημιστικού θα έπρεπε να ντυθεί μπαλαρίνα, περιορίστηκε να γελάσει τρανταχτά, αν και κάπως ανήσυχος: <strong><em>Μπουχαχαχαχα&#8230;</em></strong> Τον νεαρό (πιτσιρίκο) <strong>μαύρο κύκνο</strong> στη μεταμοντέρνα χορογραφία του κ. Τάσου υποδύεται ένας άλλος <a href="http://afmarx.blogspot.com/">μπλόγκερ &#8211; προεστός</a>, ο οποίος δήλωσε αινιγματικά: &#8220;Τρέμε, ακατονόμαστε!&#8221;</p>
Posted in Επιλογές από τα μτΚ  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/114/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/114/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/114/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/114/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/114/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/114/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/114/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/114/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/114/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/114/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=114&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/porfyria/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>

		<media:content url="http://zervaspanos.files.wordpress.com/2009/03/porfiria.jpg" medium="image">
			<media:title type="html">porfiria</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>2.1.2006: Πρωταπριλιά;</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/first_day_of_2006/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/first_day_of_2006/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 18 Mar 2009 09:35:05 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιλογές από τα μτΚ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=110</guid>
		<description><![CDATA[(Τίτλος) ΤΑ ΝΕΑ μετατρέπονται σε blogger!
(υπότιτλος) Π. Καψής: Από τη χαρά μου, ξύρισα το μουστάκι μου!
Από την πρώτη του μήνα η εφημερίδα μας μπαίνει, πρώτη απ΄ όλο τον ελληνικό Τύπο, στον εικοστό πρώτο αιώνα: Μετατρέπεται σ&#8217; ένα ζωντανό, σύγχρονο, νεανικό μέγα -Ιστολόγιο!
Κάθε συντάκτης θα έχει τη δική του σελίδα, όπως ως τώρα ο Μητσός, ο
Καμπύλης [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=110&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>(Τίτλος) <strong>ΤΑ ΝΕΑ μετατρέπονται σε blogger!</strong><br />
(υπότιτλος) Π. Καψής: Από τη χαρά μου, ξύρισα το μουστάκι μου!</p>
<p>Από την πρώτη του μήνα η εφημερίδα μας μπαίνει, πρώτη απ΄ όλο τον ελληνικό Τύπο, στον εικοστό πρώτο αιώνα: Μετατρέπεται σ&#8217; ένα ζωντανό, σύγχρονο, νεανικό μέγα -Ιστολόγιο!</p>
<p>Κάθε συντάκτης θα έχει τη δική του σελίδα, όπως ως τώρα ο Μητσός, ο<br />
Καμπύλης και ο Καπλάνι. Εκεί θα δημοσιεύονται τα άρθρα, τα ρεπορτάζ, οι αναλύσεις, οι απόψεις.</p>
<p>Αλλά, πόσο μεγάλη, πόσο συγκλονιστική διαφορά: Οι αναγνώστες θα<br />
μπορούν να σχολιάζουν, να κρίνουν, να αξιολογούν κάθε άρθρο των συντακτών &#8211; και κάθε άποψη που θα φιλοξενεί η μεγάλη διαδικτυακή μας εφημερίδα. Θα προτείνουν τα δικά τους θέματα, αυτά που επιθυμούν να προβάλλουν ΤΑ ΝΕΑ. Θα γράφουν οι ίδιοι για τα θέματα της αρεσκείας τους και ΤΑ ΝΕΑ θα φιλοξενούν τα κείμενά τους χωρίς καμιά παρέμβαση. Με τον τρόπο αυτό θα συν- διαμορφώνουν την ύλη, το στυλ, αλλά και την επιρροή της εφημερίδας (τους) στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της χώρας.<span id="more-110"></span></p>
<p>Για να μπουν δυναμικά στη νέα εποχή του Τύπου, ΤΑ ΝΕΑ εξασφάλισαν, με<br />
μεγάλο οικονομικό κόστος, συνεργασίες με τους καλύτερους μπλόγκερ: Ο<br />
Κοσμοπολίτης, ο Ημίαιμος, ο Αθήναιος, η Αδερφή, η Κουρούνα, ο Πιτσιρίκος, ο Old Boy, η Mirandolina, είναι λίγοι μόνο από τη δυναμική ομάδα που μπαίνει δυναμικά στην υπηρεσία του Συγκροτήματος, εχμ&#8230; της ελεύθερης δημοσιογραφίας του μέλλοντος.</p>
<p>(Φτού, να πάρει! Μόλις είδα ξανά το μέηλ του Μητσού και κατάλαβα ότι μου<br />
ζήτησαν άρθρο για την Πρωτοχρονιά και όχι για την Πρωταπριλιά! Άντε<br />
τώρα, πάλι απ&#8217; την αρχή&#8230;)</p>
<p><strong>ΤΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ</strong></p>
<p>1. Η Ιερά Σύνοδος κάνει ρελάνς: Όχι μόνο δέχεται τον γάμο των<br />
ομοφυλοφίλων, αλλά ευλογεί και νέους τύπους γάμου, όπως αυτούς του περιορισμένου χρόνου / περιορισμένης ευθύνης. Συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου, στη σελ. 666</p>
<p>2. Μετά την εκτροπή του Αχελώου και την επέκταση του διαδρόμου<br />
Προσγειώσεων μέσα στο Θερμαϊκό Κόλπο, Ο Καραμανλής αναγγέλλει πανηγυρικά την έναρξη των εργασιών ενός νέου μεγάλου αναπτυξιακού έργου: Σύγχρονος αυτοκινητόδρομος θα συνδέει την ΠΑΘΕ με τον Μύτικα, στην κορυφή του Ολύμπου. Γιώργος: ναι, αλλά εμείς το σκεφτήκαμε πρώτοι! Λεπτομέρειες στη σελ. &#8211; άπειρον</p>
<p>3. ARTS. Ο Λάκης Λαζόπουλος γράφει το λιμπρέτο για μια καινούρια λαϊκή<br />
Όπερα του Θάνου Μικρούτσικου, παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Πρόκειται για μια σύγχρονη (ποπ και ροκ) εκδοχή της πασίγνωστης ΓΚΟΛΦΩΣ. Τάσος, ο Γιώργος Νταλάρας. Γκόλφω, ο Τζίμης Πανούσης. Συμπέθερος, ο Αλέξης Κούγιας. Χορός και τραγούδι από επίλεκτους μπλόγκερ &#8211; δημοσιογράφους, με επικεφαλής τον Μιχάλη Μητσό. Περισσότερα, στη σελίδα μετά την τελευταία.</p>
<p>* * *</p>
<p>Αυτό είναι το αρχικό (πλήρες) κείμενο που έστειλα στα ΝΕΑ, μαζί με τα &#8220;3 θέματα&#8221; που είχαν αρχικά ζητηθεί. Το τελικό, όπως το προσάρμοσα να χωράει σε 200 λέξεις, το διαβάσατε στην εφημερίδα. Ευχαριστώ τον Μιχάλη Μητσό για την &#8230;υπομονή του. Η ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον Μιχάλη βγάζει το καλύτερο ποστ &#8211; κατάσταση Μόντυ Πάυθον! (θα το ανεβάσω μετά από χρόνια, όταν ο Κοσμοπολίτης θα εκδόσει την επίτομη ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ, που μαθαίνω οτι επιμελείται)</p>
<p>Πρώτη ανάρτηση: <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/212006.html">http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/212006.html</a></p>
Posted in Επιλογές από τα μτΚ  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/110/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/110/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/110/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/110/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/110/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/110/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/110/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/110/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/110/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/110/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=110&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/first_day_of_2006/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Προ &#8211; σχέ -ιιι!</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/army/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/army/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 18 Mar 2009 09:31:24 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιλογές από τα μτΚ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=107</guid>
		<description><![CDATA[Δηλαδή, «προσοχή!». Στο στρατό ήμαστε και οι τέσσερις πριν κάμποσα χρόνια. Η διαφωνία κά-θε-τη:
- Προσοχή βαράμε με το αριστερό!
- Με το δεξί!
- Εγώ ήμουνα σε διμοιρία επιδείξεων!
- Κι εγώ γιατρός σε τάγμα μαυροσκούφηδων!
- Αριστερό!
- Δεξί!
Δεν έβγαινε άκρη &#8211; μπήκε ο νοσηλευτής.
- Αριστερό ή δεξί;
- Αριστερό!
Η αριστερή παράταξη πανηγύρισε (προηγήθηκε 3-2) αλλά όχι για πολύ, γιατί [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=107&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Δηλαδή, «προσοχή!». Στο στρατό ήμαστε και οι τέσσερις πριν κάμποσα χρόνια. Η διαφωνία κά-θε-τη:</p>
<p>- Προσοχή βαράμε με το αριστερό!<br />
- Με το δεξί!<br />
- Εγώ ήμουνα σε διμοιρία επιδείξεων!<br />
- Κι εγώ γιατρός σε τάγμα μαυροσκούφηδων!<br />
- Αριστερό!<br />
- Δεξί!</p>
<p>Δεν έβγαινε άκρη &#8211; μπήκε ο νοσηλευτής.</p>
<p>- Αριστερό ή δεξί;<br />
- Αριστερό!</p>
<p>Η αριστερή παράταξη πανηγύρισε (προηγήθηκε 3-2) αλλά όχι για πολύ, γιατί πέρασε κι ο οδηγός.<span id="more-107"></span><br />
- Δεξί!</p>
<p>Φτου να πάρει! Να κάνουμε πρόβες, προσοχή, χαιρετούρα, ανάπαυση&#8230; Ο Περικλής (της <strong><em>διμοιρίας επιδείξεων</em></strong>) πήρε μια σκούπα και προσπαθούσε να αναπαραστήσει το <em>παρουσιάστε </em>και το <em>παρά πόδα.</em>, για να μας πείσει οτι αυτός είχε δίκιο.</p>
<p>Ήρθε και έβδομος και όγδοος &#8211; το σκορ πάλι ισόπαλο: 4-4!</p>
<p>(Στο μεταξύ, πίναμε τσίπουρα)</p>
<p>Πάνω στο απόλυτο αδιέξοδο, ο παιδίατρος είχε μια φαεινή ιδέα:</p>
<p>- Ρε σύ, ο γυιός σου είναι αξιωματικός εν ενεργεία! Πάρτον τηλέφωνο και ρώτα!<br />
- Μπράβο!</p>
<p>Ο πατήρ τηλεφώνησε (όλοι περίμεναν σε απόλυτη σιγή) και μας ανακοίνωσε την άποψη του παλλικαριού (που θα έχασε πάσαν ιδέα για το ΕΣΥ&#8230;). Οι <strong>τέσσερις</strong> πανηγύρισαν έξαλλα:</p>
<p>- Αυτός είσαι!<br />
- Πάρτε το μπουλ**** τώρα! (αυτό θύμιζε κάπως την ομιλία Βουλγαράκη&#8230;)</p>
<p>Οι <strong>άλλοι τέσσερις</strong> σούφρωσαν τα μούτρα και άρχισαν την αμφισβήτηση:</p>
<p>- Σιγά μωρέ, αξιωματικός&#8230; αφού είναι του Υγειονομικού!<br />
- Να ήταν λοκατζής, μάλιστα!<br />
- Ρε σεις, λέτε η προσοχή να γίνεται και με τα δύο πόδια, με πηδηματάκι; Να, έτσι!</p>
<p>(ομηρικά γέλια&#8230;)</p>
<p>Δυο τρεις συναδέλφισσες που μπαινόβγαιναν, δεν κατάλαβαν γρυ &#8211; υπέθεσαν πως μάλλον μας πείραξαν τα αρμυρά που τσιμπάγαμε και αποχώρησαν κουνώντας το κεφάλι.</p>
<p>Το οποίον, απευθύνομαι στην αχανή αγορά του διαδικτύου, γιατί αύριο θα συνεχιστεί το άγριο debate: Ρε παιδιά, εσείς που υπηρετήσατε στο στρατό, <strong>με ποιο πόδι βαράνε προσοχή; </strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p align="center"><strong>*</strong></p>
<p>Πρώτη ανάρτηση (με καταπληκτικά σχόλια): <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/04/blog-post_05.html">http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/04/blog-post_05.html</a></p>
Posted in Επιλογές από τα μτΚ  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/107/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/107/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/107/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/107/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/107/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/107/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/107/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/107/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/107/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/107/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=107&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/army/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/eleftheriou/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/eleftheriou/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 18 Mar 2009 09:27:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Βιβλιοπαρουσιάσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Ελένη Παπαδάκη]]></category>
		<category><![CDATA[Εμφύλιος]]></category>
		<category><![CDATA[η γυναίκα που πέθανε δυό φορές]]></category>
		<category><![CDATA[μάνος ελευθερίου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=104</guid>
		<description><![CDATA[Το διάβασα το καλοκαίρι, στην Κεφαλλονιά. Μονορούφι, όπως γίνεται κάθε φορά που θα ανοίξω ένα συναρπαστικό βιβλίο. Το συγκεκριμένο, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου, δεν το βρήκα συναρπαστικό επειδή μου άρεσε η γραφή του, αλλά για το θέμα του.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, ερωμένη του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη, σωτήρας πολλών συλληφθέντων από τους Γερμανούς, [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=104&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Το διάβασα το καλοκαίρι, στην Κεφαλλονιά. Μονορούφι, όπως γίνεται κάθε φορά που θα ανοίξω ένα συναρπαστικό βιβλίο. Το συγκεκριμένο, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου, δεν το βρήκα συναρπαστικό επειδή μου άρεσε η γραφή του, αλλά για το θέμα του.</p>
<p>Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, ερωμένη του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη, σωτήρας πολλών συλληφθέντων από τους Γερμανούς, τριάντα έξι ετών, όμορφη γυναίκα, συλλαμβάνεται στις 21 Δεκεμβρίου 1944, ώρα 5.30&#8242; το απόγευμα, από άνδρες της πολιτοφυλακής Πατησίων. Το ίδιο βράδυ, γύρω στις μία, εκτελείται. Ήταν, ίσως, το πιο διάσημο θύμα του ΚΚΕ κατά τα Δεκεμβριανά &#8211; και οι νικητές εκμεταλλεύτηκαν την δολοφονία της, για προπαγανδιστικούς λόγους. Τόσο έντονα, που μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η δολοφονία της ήταν ανοησία (στο βιβλίο, σελ. 61-2). Η Ελένη Παπαδάκη είχε ήδη περάσει στην περιοχή του μύθου.<span id="more-104"></span></p>
<p>Έρχεται τώρα ο μυθιστοριογράφος και μας λέει, όχι, η σφαίρα πέρασε ξυστά από το κεφάλι της <em>Καλλιτέχνιδος</em> &#8211; κι αυτή επέζησε, σε μια ζωή χωρίς επίγνωση. Και υπάρχουν δυο γηραιές κυρίες, που μπορεί να είναι αυτή: μια που ζει με τον νεαρό παιδοψυχίατρο που αφηγείται και μία με τον γέροντα γιατρό, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της Ιατρικής και την είχε συλλάβει, ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ στην πολιτοφυλακή. Οι δυο γιατροί συναντιώνται και περνούν μια νύχτα ολόκληρη συζητώντας για τα περιστατικά της εποχής, αλλά και περί ανέμων και υδάτων. Επιστρέφοντας ο παιδοψυχίατρος στο σπίτι του βρίσκει τη δική του κυρία κρεμασμένη.</p>
<p>Αυτό είναι όλο το «μυθιστόρημα» &#8211; και παρ&#8217; όλη τη μεγάλη μαστοριά του Ελευθερίου στις λεπτομέρειες, δε μπορεί να πει κανείς ότι είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ως ανάπτυξη. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στην αναβίωση της εποχής των Δεκεμβριανών, αλλά και της Κατοχής.</p>
<p>Στο επίπεδο αυτό, ο συγγραφέας δουλεύει ως ακάματος ερευνητής. Καταθέσεις των εμπλεκομένων στα αστυνομικά τμήματα ή τα δικαστήρια, υπηρεσιακά έγγραφα, δημοσιεύματα εφημερίδων. Ωστόσο, όσοι δεν έχουν κάποια τριβή με την εποχή, όλα αυτά θα τα βρουν μάλλον υπερβολικά (σε δοσολογία) και βαρετά. Για μένα, ήταν από τα πιο συναρπαστικά (και πολύτιμα) συστατικά του βιβλίου!</p>
<p>Υπάρχει κι ένα τρίτο επίπεδο, αυτό της συνολικής ματιάς, της αποτίμησης. Του φωτισμού των περιστατικών, της ανίχνευσης των αιτίων. Σε αυτό το επίπεδο ο Ελευθερίου κινείται με τρόπο γοητευτικό, άσχετα αν η ματιά του δεν είναι αντικειμενική &#8211; αν μπορούμε να επικαλεστούμε την «αντικειμενικότητα» όταν πρόκειται για την εποχή εκείνη, που η Κόλαση είχε μετακομίσει στις γειτονιές της Αθήνας. Αλλά, πρέπει να επισημανθεί: παρ&#8217; όλη την σημαντική πρωτογενή του έρευνα, πέφτει σε ανεξήγητα λάθη.</p>
<p>*</p>
<p><em>Λίγο πριν από την εκτέλεση της Καλλιτέχνιδος υπήρχαν είκοσι χωροφύλακες που περίμεναν ο ένας μετά τον άλλο τη σειρά τους για να πεθάνουν, δεδομένου ότι οι προηγούμενες επτά εκτελέσεις των συναδέλφων τους έγιναν μπρος στα μάτια τους. Ωστόσο έμειναν μαρμαρωμένοι. Κι αυτό από παλικάρια είκοσι πέντε χρόνων που έβραζε το αίμα τους&#8217; εξάλλου, μια ολιγομελής ομάδα είχε καταλάβει το αστυνομικό τμήμα όπου υπηρετούσαν χωρίς καμιάν αντίσταση και χωρίς ν&#8217; ανοίξει μύτη. Το ίδιο φυσικά γινόταν σε όλα τα αστυνομικά τμήματα. Παρέδιδαν τον οπλισμό τους και ακολουθούσαν τη μοίρα τους</em> (σελ. 23)</p>
<p>Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Μετά τις είκοσι Δεκεμβρίου, ο ΕΛΑΣ κατελάμβανε, λέει, τα αστυνομικά τμήματα &#8211; σαν σε προσκοπική εκδρομή;</p>
<p>*</p>
<p><em>Και το λέω αυτό γιατί φανερώθηκαν αργότερα ένα πλήθος πτώματα που δεν τα αναγνώρισε κανείς και κυρίως δεν τα αναζήτησε κανείς. Οι μοναχικοί άνθρωποι που λέγαμε. Ακούστηκε, ακόμα και από σοβαρούς ανθρώπους, ότι η Δεξιά ξέθαβε πτώματα ανθρώπων που έτυχε να πεθάνουν φυσιολογικά εκείνο τον καιρό, τα κακοποιούσε και τα παρουσίαζε ως θύματα των αριστερών. Πρέπει να &#8216;γιναν και τέτοιες αθλιότητες, αλλά, δυστυχώς, κανένας δε σκέφτηκε να ανακαλύψει μερικούς απ&#8217; αυτούς τους δράστες, τους εκσκαφείς και βασανιστές πτωμάτων. Να καταγράψει τη μαρτυρία τους ή να τους αναζητήσει πολύ αργότερα, όταν τα πράγματα είχαν κάπως ησυχάσει</em> (σελ. 33-4)</p>
<p>Το απόσπασμα αυτό μου φαίνεται κυριολεκτικά απίστευτο! Είναι γνωστό ότι δεν έγιναν, απλώς, και «τέτοιες αθλιότητες», αλλά στήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία προπαγάνδας γύρω από εκατοντάδες πτώματα, που υπέστησαν την κατάλληλη «επεξεργασία» και στη συνέχεια παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια της «θηριωδίας» του ΕΑΜ. Ωστόσο, η προπαγάνδα αυτή ήταν τόσο χοντροκομμένη, που δεν είναι δυνατόν σήμερα να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα ότι οι Ελασίτες &#8230;γέμιζαν κουβάδες με βγαλμένα μάτια, τις μέρες του Δεκέμβρη &#8211; λες και δεν είχαν άλλη δουλειά να κάνουν!</p>
<p>Έπειτα, ο ισχυρισμός ότι δεν προσπάθησε κανείς να αποκαταστήσει την αλήθεια, δεν είναι ακριβής. Στα 1945 κιόλας, όταν τα γεγονότα ήταν πολύ πρόσφατα, εκδόθηκε ένα φυλλάδιο, προφανώς με τις ευλογίες ή την εντολή του ΚΚΕ, με τίτλο «Το Ελληνικό Κατύν», στο οποίο αναλύεται με «πως οργανώθηκε η συκοφαντική εκστρατεία», με μάλλον πειστικό τρόπο. Για λόγους συντομίας, δεν θα επαναλάβω εδώ το περιεχόμενο του φυλλαδίου, αφού υπάρχει ολόκληρο στο διαδίκτυο, <a href="http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&amp;article_id=571888">στη διάθεση όποιου θέλει να το μελετήσει</a>.</p>
<p>Όσο για το «πολύ αργότερα» &#8211; γιατί δεν αναζητήθηκαν έστω τότε οι μαρτυρίες των αυτουργών. Μα, από ποιόν; Μήπως ασχολήθηκαν τα ελληνικά πανεπιστήμια με την έρευνα της περιόδου; (Μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται συστηματική έρευνα &#8211; και η κλωτσοπατινάδα ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ομάδες ερευνητών είναι απίστευτη!). Το ΚΚΕ, αποδεκατισμένο και εξουθενωμένο, σε μια διαρκή διαδικασία διασπάσεων, είχε άλλα μαλλιά να ξάνει. Κυρίως, να επιβιώσει &#8211; και να μεταφέρει στις ελληνικές συνθήκες την εκάστοτε σοβιετική εξωτερική πολιτική.</p>
<p>*</p>
<p><em>Μόνο για έναν έφθαναν ψιθυριστά, με θαυμασμό, με μίσος και υπονοούμενα κι ύστερα ανοιχτά και ξεδιάντροπα, οι απίστευτες ειδήσεις ότι ζούσε πραγματικά ασκητικά, ότι ήταν ταμένος στη μεγάλη υπόθεση, αλλά, παρ&#8217; όλα αυτά, βουτηγμένος ως το λαιμό στα λάθη και στο αίμα. Θυμάμαι στη φυλακή, όταν μας έφεραν για πρώτη φορά οι δεσμοφύλακες εφημερίδες, ήταν σα να μας έλεγαν ότι το ίδιο το Κόμμα, το δικό μας Κόμμα, παρέδωσε αυτό το μυθικό πρόσωπο στον εθνικό στρατό</em> (σελ. 134)</p>
<p>Αυτή είναι η αναφορά που γίνεται στον <strong>Άρη Βελουχιώτη</strong>, μέσα σ&#8217; ένα ολόκληρο μακρινάρι γραμμένο για να αποδειχτεί ότι τα μεσαία και κατώτερα στελέχη του ΚΚΕ λειτουργούσαν ως μηχανισμός χαφιέδων για τους συντρόφους τους και ότι το Κόμμα αδιαφορούσε τελείως για την τύχη τους. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά (λέει ο συγγραφέας, μέσω του συνομιλητή του) το Κόμμα τους είχε δώσει όλους στην Ασφάλεια, ενώ παράλληλα προστάτευε τους «καραμπινάτους» συνεργάτες του κατακτητή ή τους «άθλιους μαυραγορίτες». Με άλλα λόγια, η ανώτατη ηγεσία του ΚΚΕ δεν ήταν τίποτε άλλο από τσιράκια / συνεργάτες της Ασφάλειας και των Γερμανών (σελ. 135). Έλεος&#8230;</p>
<p>*</p>
<p>Ο Μάνος Ελευθερίου δεν είναι απολογητής της νικήτριας παράταξης &#8211; ούτε κατά διάνοια. Ιδού πως περιγράφει, με αξιοθαύμαστη ενάργεια, το μετεμφυλιακό κράτος:</p>
<p><em>Στη διάρκεια των χρόνων πέθαναν οι περισσότεροι από τους στρατοδίκες που μοίραζαν σα στραγάλια τις θανατικές ποινές. Αυτοί θα έπρεπε να ερωτηθούν (&#8230;) Κανείς δεν πλήρωσε απ&#8217; αυτούς. Ήταν, βλέπεις, ιερά πρόσωπα. Αλίμονο αν τολμούσε κάποιος να έχει την ελάχιστη ένσταση, την ελάχιστη αμφιβολία, κάποιος να ψελλίσει τη δυσαρέσκειά του, αμέσως, την ίδια νύχτα, η αστυνομία τους τον έπαιρνε με τα σώβρακα απ&#8217; το σπίτι του και τον έχανες. Αυτό κατόρθωσαν. Ένα κράτος ρουφιάνων, όπως το είχαν κατορθώσει και οι «άλλοι»: ένα θέατρο υψηλής τέχνης της ρουφιανιάς και της απάτης</em> (σελ. 293-4)</p>
<p>Ο λόγος του λοιπόν, είναι λόγος που πρέπει να ακουστεί προσεκτικά. Και οι αντιρρήσεις που σημείωσα, με αφορμή επιλεγμένα σημεία του έργου για το οποίο συζητάμε, γίνονται επειδή βρίσκω την προσέγγισή του στεγνή, αποσπασματική, λειψή: δεν ερμηνεύονται όλα, και κυρίως τα πολύπλοκα και δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου, με μόνη την (αμφιλεγόμενη και αβέβαια) ηθική διάσταση των ανθρώπων και των πράξεών τους, πάνω στην ασφυκτικά στενάχωρη σκηνή του καλού και του κακού. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι <em>η γυναίκα που πέθανε δυο φορές</em> είναι ένα βιβλίο που αξίζει (και με το παραπάνω) να διαβαστεί. Ας έχουν όμως υπόψη οι αναγνώστες ότι δε μπορεί και δεν πρέπει να είναι αυτό η μοναδική ή η κύρια πηγή τους, αν θέλουν αν κατανοήσουν τι ακριβώς συνέβη τότε.</p>
<p>*</p>
<p>Ωστόσο, ο Μάνος ελευθερίου έχει απόλυτο δίκιο όταν γράφει:</p>
<p><em>Θα το πω εκατό φορές και δυνατά και ίσως έτσι καταλάβετε: Ήταν μια εποχή παραφροσύνης. Το ευτελέστερο πράγμα ήταν η ανθρώπινη ζωή</em> (σελ. 179)</p>
<p>Μόνο που η ερμηνεία αυτής της παραφροσύνης, αν δεχτούμε πως είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί, δε γίνεται με την απαιτούμενη πολύπλευρη προσέγγιση στο βιβλίο του.</p>
<p>*</p>
<p><strong>Προτεινόμενοι σύνδεσμοι</strong></p>
<p>- Τα κεφάλαια <a href="http://tonisitiskalipsos.blogspot.com/2005/11/blog-post_02.html%20">Ερμής Ι</a>, <a href="http://tonisitiskalipsos.blogspot.com/2005/11/blog-post_03.html">ΙΙ</a>, &amp; <a href="http://tonisitiskalipsos.blogspot.com/2005/11/blog-post_113097040415361713.html">ΙΙΙ</a>, από το <a href="http://tonisitiskalipsos.blogspot.com/">Νησί της Καλυψώς</a>, τα οποία περιέχουν τη δική μου συμβολή στην προσπάθεια κατανόησης του Εμφυλίου 1943-49. Παρακαλώ, ας μη βγάλει κάποιος συμπεράσματα για τη δική μου οπτική &#8211; την οποία δε μπορούσα να αναλύσω σε αυτό το ποστ &#8211; αν δεν τα διαβάσει πρώτα.</p>
<p>- <a href="http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&amp;article_id=571888">Το Ελληνικό Κατύν</a>, από το Indymedia</p>
<p>- <a href="http://www.euro2day.gr/articles/102063/%20%20">Η βιβλιοκριτική του Χρίστου Ζαρίφη</a>, από το in2life.gr</p>
<p>- <a href="http://anagnostria.blogspot.com/2006/07/blog-post_04.html">Η βιβλιοκριτική της «Αναγνώστριας»</a>, από το ομώνυμο μπλογκ</p>
<p>- <a href="http://www.on-stage.gr/modules.php?name=News&amp;file=article&amp;sid=211%20">Η βιβλιοκριτική της Φένιας Ριζοπούλου</a>, από το On-Stage.gr</p>
<p>- <a href="http://www.hridanos.gr/volume06/biblio/index.php%20">Η βιβλιοκριτική του Κώστα Καλημέρη</a>, από τον Ηριδανό</p>
<p>- <a href="http://www.os3.gr/gr_issue_cont_biblio.htm%20">Το σημείωμα του συνθέτη Γιώργου Ανδρέου</a>, από το os3.gr</p>
<p>- <a href="http://www.elogos.gr/grbooks/agrbooks2.htm">Η βιβλιοκριτική του Ποθητού Μπάικα</a>, από τη σελίδα elogos.gr</p>
<p>- <a href="http://www.bookstore.gr/details.asp?id=19930">Επιλεγμένα αποσπάσματα από κριτικές</a> των Μανώλη Πιμπλή, Κωστή Παπαγιώργη, Στέφανου Δάνδολου, Τίνας Μανδηλαρά, Οδυσσέα Ιωάννου και Κώστα Καλημέρη.</p>
<p>*</p>
<p>Πρώτη ανάρτηση: <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_115998045920863318.html">http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_115998045920863318.html</a></p>
Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις Tagged: Ελένη Παπαδάκη, Εμφύλιος, η γυναίκα που πέθανε δυό φορές, μάνος ελευθερίου <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/104/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/104/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/104/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/104/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/104/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/104/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/104/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/104/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/104/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/104/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=104&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/eleftheriou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/kaplani/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/kaplani/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 18 Mar 2009 09:20:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Βιβλιοπαρουσιάσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Καπλάνι]]></category>
		<category><![CDATA[μικρό ημερολόγιο συνόρων]]></category>
		<category><![CDATA[Kaplani]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=100</guid>
		<description><![CDATA[Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αναζήτησα τρία βιβλία. Το πρώτο («η μάστιγα του Θεού») το βρήκα αμέσως, στον ΜΑΛΛΙΑΡΗ. Το δεύτερο το βρήκα στο ΚΕΝΤΡΙ, λίγο παρακάτω στην Δημητρίου Γούναρη. Το τρίτο δεν το βρήκα καθόλου &#8211; και με στεναχώρησε αυτό, γιατί επρόκειτο για το «Χημείο του Παρακράτους». Φίλες και φίλοι, έχω την τιμή [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=100&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αναζήτησα τρία βιβλία. Το πρώτο («η μάστιγα του Θεού») το βρήκα αμέσως, στον ΜΑΛΛΙΑΡΗ. Το δεύτερο το βρήκα στο ΚΕΝΤΡΙ, λίγο παρακάτω στην Δημητρίου Γούναρη. Το τρίτο δεν το βρήκα καθόλου &#8211; και με στεναχώρησε αυτό, γιατί επρόκειτο για το «Χημείο του Παρακράτους». Φίλες και φίλοι, έχω την τιμή να γράψω σήμερα δυο λόγια για το «μικρό ημερολόγιο συνόρων» του Γκασμέντ Καπλάνι, που διάβασα «με τη μία».</p>
<p>1. Το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα. Έχει ένα μικρό προοίμιο, 30 σύντομα κεφάλαια κι έναν κάπως μεγαλύτερο επίλογο.</p>
<p>2. Κάθε κεφάλαιο έχει δύο μέρη: στο ένα παρουσιάζεται η ζωή του Αλβανού μετανάστη στην Ελλάδα &#8211; από τον πρώτο καιρό (1991) μέχρι σήμερα και το δεύτερο είναι ένα χρονικό των πρώτων ημερών, όταν μια νεοσύστατη παρέα πέντε Αλβανών (παράλληλα με χιλιάδες άλλους) περνάνε τα σύνορα και βρίσκονται σ&#8217; ένα στρατόπεδο προσφύγων, στις Φιλιάτες.<span id="more-100"></span><br />
3. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το δεύτερο μέρος είναι και το πιο πετυχημένο του βιβλίου. Παρουσιάζει με ξεχωριστό χιούμορ, απλότητα, διεισδυτικότητα και περιγραφική δεινότητα τη ζωή στην πάλαι ποτέ κομμουνιστική Αλβανία, καθώς και τις πρώτες δύσκολες μέρες των φυγάδων στην Ελλάδα.</p>
<p>4. Το πρώτο μέρος κάθε κεφαλαίου παρουσιάζει (με αρκετές επικαλύψεις / επαναλήψεις) τη δυσκολία προσαρμογής του μετανάστη στην καινούρια χώρα, τα προβλήματα της γλώσσας, το ρατσισμό των ντόπιων σε ποικίλες εκφράσεις του, ακόμα και τις αντιθέσεις μεταξύ των μεταναστών και την ριζικά διαφορετική αντίληψη της «δεύτερης γενιάς» &#8211; δηλαδή των παιδιών που μεγαλώνουν στην Ελλάδα. Εδώ, πέρα από τις πολλές καίριες παρατηρήσεις, εντοπίζονται και κάποιες σημαντικές αδυναμίες.</p>
<p>5. Η ελληνική κοινωνία παρουσιάζεται σαν ένας μονοδιάστατα εφιαλτικός χώρος για τους μετανάστες &#8211; και οι απόψεις που διατυπώνει ο Καπλάνι ολισθαίνουν αρκετές φορές στην υπερβολή και το μελό. Αγνοείται σχεδόν απολύτως εκείνη η πλευρά των σχέσεων μεταξύ ντόπιων και μεταναστών, η οποία είναι πολύ πιο φωτεινή και εγκάρδια απ&#8217; όσο (δεν) αφήνει ο συγγραφέας να εννοηθεί. Κι αυτό δεν το λέω γενικώς και αορίστως, αλλά από προσωπική εμπειρία, τόσο από το χωριό μου στην Καλαμάτα, αλλά και από το χώρο της δουλειάς μου, τόσο στο ελεύθερο επάγγελμα όσο και στο ΕΣΥ. Ένα πρόσθετο συγκεκριμένο παράδειγμα, η αποφασιστική αντίδραση των γιατρών του ΕΣΥ, όταν πριν μερικά χρόνια, κάποιος από τους Υπουργούς Υγείας θέλησε να περάσει την απόφαση πως οι ανασφάλιστοι (πρώτα και κύρια οι μετανάστες) δεν δικαιούνται δωρεάν περίθαλψη στις μονάδες υγείας του ΕΣΥ. Η ελληνική κοινωνία το απέρριψε αυτό, χωρίς πολλά πολλά.</p>
<p>6. Τονίζεται, πολύ σωστά, ο έκδηλος ρατσισμός πολλών ΜΜΕ (όλων των ΜΜΕ, αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας) απέναντι στους μετανάστες, αλλά δε γίνεται καθόλου λόγος για τις υπαρκτές κοινωνικές και πολιτισμικές δυνάμεις που στέκονται στο πλευρό τους. Αυτό εκφράζεται ΚΑΙ σε πολιτικό επίπεδο. Και στη λογοτεχνική παραγωγή, σ&#8217; ένα βαθμό.</p>
<p>7. Ο επίλογος μας δίνει ανάγλυφα, με πικρό χιούμορ, την εικόνα της ελληνικής γραφειοκρατίας, όπως την βρίσκει μπροστά του ο μετανάστης. Δεν είναι πολύ διαφορετική απ&#8217; αυτήν που αντιμετωπίζει ο ντόπιος πληθυσμός &#8211; είναι απλώς, λόγω του μεγάλου αριθμού των μεταναστών που έχει να αντιμετωπίσει, με τη γνωστή της μαλθακότητα και αναποτελεσματικότητα, μια πρόσθετη πηγή άγχους και δεινών. Και το πράγμα θα χειροτερέψει, όσο οι μετανάστες μας θα γίνονται αυτοαπασχολούμενοι, επιχειρηματίες κλπ και θα έχουν να αντιπαλέψουν, όπως και οι ντόπιοι κάτοικοι, τα θηρία που λέγονται εφορία, ασφαλιστικά ταμεία κλπ.</p>
<p>8. Η γραφή του Καπλάνι είναι απλή, δημοσιογραφική, χωρίς εκπλήξεις &#8211; ευχάριστες ή δυσάρεστες. Προσωπικά μου άρεσε αυτό, καθώς εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο το αντικείμενο του συγγραφέα και το βιβλίο.</p>
<p>9. Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα αξιόλογο βιβλίο, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον. Επαναλαμβάνω ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι ότι είναι εξαιρετικά διαβαστερό.</p>
<p>*</p>
<p>Στα ιστολόγια υπάρχουν:</p>
<p>Μια καλή <a href="http://zouri.blogspot.com/2006/05/zouri_23.html">συνέντευξη του Καπλάνι στον Ζούρη</a></p>
<p><a href="http://pitsirikos.blogspot.com/2006/09/gazi_27.html">Ένα μακροσκελές κείμενο του Πιτσιρίκου</a>, από την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα.</p>
<p>Ένα φορτισμένο κείμενο του συμπατριώτη του συγγραφέα Ν. Ago<a href="http://agonek.blogspot.com/2006/10/blog-post_10.html#links">στην Κλειδαρότρυπα</a>.</p>
<p>Μια βόλτα στις μηχανές αναζήτησης μας αποκαλύπτει και μερικές βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες:</p>
<p><a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_26/09/2006_199047">Του Παντελή Μπουκάλα</a>, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ</p>
<p><a href="http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&amp;f=18600&amp;m=P19&amp;aa=1">Της Λίλης Εξαρχοπούλου</a>, στα ΝΕΑ.</p>
<p><a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_03/06/2006_186327">Της Όλγας Σελλά</a>, επίσης στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.</p>
<p>*</p>
<p>Πρώτη ανάρτηση: <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_22.html">http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_22.html</a></p>
Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις Tagged: Καπλάνι, μικρό ημερολόγιο συνόρων, Kaplani <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/100/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/100/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/100/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/100/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/100/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/100/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/100/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/100/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/100/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/100/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=100&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/03/18/kaplani/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Σενάριο comics</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/24/comics/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/24/comics/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 24 Feb 2009 09:36:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Διηγήματα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=98</guid>
		<description><![CDATA[Μην παραξενευτείτε που ποστάρει ένας που έχει φύγει. Το πέρασμα από τη ζωή στην επόμενη κατάσταση είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει, αν και μου συνέβη, αλλά το πρώτο μου συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθείς να υπάρχεις &#8211; τουλάχιστον όσο υπάρχουν αυτοί που σε θυμούνται και σε σκέφτονται.
Να, τώρα, ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είμαι [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=98&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Μην παραξενευτείτε που ποστάρει ένας που έχει φύγει. Το πέρασμα από τη ζωή στην επόμενη κατάσταση είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει, αν και μου συνέβη, αλλά το πρώτο μου συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθείς να υπάρχεις &#8211; τουλάχιστον όσο υπάρχουν αυτοί που σε θυμούνται και σε σκέφτονται.</p>
<p>Να, τώρα, ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είμαι ανύπαρκτος; Αφού βλέπω τη σκέψη μου να περνάει από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή στην οθόνη, και από κει, αν όλα πάνε καλά, στον τεχνητό, αλλά υπαρκτό και ζωντανό κυβερνοχώρο. Το πάω και πιο μακριά: ποιος ξέρει αν με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλίζω μια παράταση της ύπαρξής μου, επ&#8217; αόριστον; Το ίχνος μου θα μπορεί να εντοπιστεί, όσο θα υπάρχει κυβερνοχώρος. Δεν είναι κι αυτό μια αίσθηση (έστω, ψευδαίσθηση) αθανασίας;</p>
<p><strong>ιστορίες</strong></p>
<p>Είμαστε συγκάτοικοι στο πρώτο έτος, σ&#8217; ένα διαμέρισμα πίσω από τη φοιτητική λέσχη, το οποίο σε χρόνο μηδέν έγινε κέντρο διερχομένων (Μεσσηνίων &#8211; αργότερα παλαιοελλαδιτών) πρωτοετών.</p>
<p>Καπνίζαμε και πίναμε κονιάκ ΒΟΤΡΥΣ και ΜΕΤΑΞΑ. Ως νότιοι δεν περιφρονούσαμε το ούζο και το κρασί, αλλά η γνώση και η τσέπη μας ήταν προβληματικές ακόμα &#8211; και δηλητηριαζόμαστε με ρετσίνες (τότε κάποιος από εμάς έβγαλε το σλόγκαν: ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ, έμαθε τον κόσμο να πίνει μπύρα!)<span id="more-98"></span></p>
<p>Τηγανίζαμε πατάτες με αυγά, αγοράζαμε φέτα και ελιές από το ψιλικατζίδικο του κυρ -Γιάννη απέναντι, κρατούσαμε ψωμί από τη φοιτητική λέσχη.</p>
<p>Αγοράσαμε ψυγείο και ψευτο-στερεοφωνικά. Δεν πήραμε τηλεόραση. Τα ματς τα βλέπαμε σε μια πιτσαρία, εκεί κοντά, φτιάχνοντας μεγάλες ή τεράστιες κερκίδες (η χαρά του μαγαζιού)</p>
<p>Ήμουν απλός νέος, είχα μονάχα ένα πραγματικό πάθος: τις γυναίκες. Δεύτερη μέρα στη Θεσσαλονίκη (τέλη Οκτωβρίου) και είχα κιόλας κλείσει ραντεβού με τέσσερις (4) Σαλονικιές στην Καμάρα.</p>
<p>Όχι όλες για μένα &#8211; πάντα ήμουν για τους φίλους, ποτέ δεν ήμουν μοναχοφάης. Τις είχα γνωρίσει στην Καλαμάτα, στην πενταήμερη εκδρομή που είχαν κάνει τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς και είχα πάρει το τηλέφωνο της μιας. Επειδή οι ενδιαφερόμενοι Καλαματιανοί είμαστε τέσσερις, κανόνισα και ήρθαν ισάριθμες κοπέλες. Καλή τους ώρα!</p>
<p>Το είπα αυτό όχι για να παινευτώ (τι νόημα έχει; &#8211; τώρα είμαι υπεράνω, θέλοντας και μη) αλλά για να σας δείξω ότι στο θέμα «γυναίκα» δεν μπορούσε να με παρακολουθήσει κανείς.</p>
<p>Κολλούσα σε όποια έβλεπα μπροστά μου &#8211; και πολλές τσιμπούσαν. Από το Συντριβάνι μέχρι την Αριστοτέλους θα είχα μιλήσει σε τριάντα, θα είχα πάρει δυο τρία τηλέφωνα. Την άλλη μέρα τηλεφωνούσα &#8211; και προχωρούσα. Οι χυλόπιτες δεν με στεναχώρησαν ποτέ &#8211; ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της δραστηριότητάς μου.</p>
<p>Όσοι απορείτε, απλώς δεν έχετε δοκιμάσει ποτέ το καμάκι του δρόμου. Δε λέω ότι είναι εύκολο, πρέπει να έχεις συνέχεια κέφι, πρέπει να έχεις αυτοπεποίθηση &#8211; κυρίως όμως να έχεις καταλάβει τι σημαίνει γυναικεία ψυχολογία και γυναικείο μυαλό.</p>
<p>(Είναι -ήταν πάντα &#8211; το αγαπημένο μου θέμα, αλλά δε μας παίρνει ο χώρος να το αναλύσουμε εδώ)</p>
<p>Ο φίλος μου ο Πάνος, ας πούμε, έκανε το τραγικό λάθος ότι σεβόταν και εκτιμούσε υπερβολικά τις γυναίκες ως ανθρώπινες υπάρξεις. Αξιέπαινη στάση, μόνο που έχασε πολλές περιπτώσεις, εξαιτίας της.</p>
<p>(Τον βλέπω τώρα που πληκτρολογεί και δυσανασχετεί. Α, φίλε, σου θυμίζω ότι σήμερα γράφω εγώ!)</p>
<p>Προσπαθούσα να τους εξηγήσω: «Δε μ&#8217; ενδιαφέρει το γαμήσι» έλεγα στους φίλους. «Όλη η καύλα είναι μέχρι να τη φέρω στο κρεβάτι και να δω τα δαχτυλάκια να πιάνουν το κυλοτάκι, να ανασηκώνεται το κωλαράκι, να το τραβάνε προς τα κάτω και να κατεβαίνει σιγά σιγά, να φανερώνεται μπροστά μου το μουνάκι&#8230; Αυτό με τρελαίνει! Τα υπόλοιπα είναι μέχρι αγγαρεία!»</p>
<p><strong>κι άλλες ιστορίες<br />
</strong><br />
Στην απέναντι πολυκατοικία εντόπισα την Άννα, που ήταν μαθήτρια. Σε λίγες μέρες η Άννα βρισκόταν στο δωμάτιό μου, όταν η πόρτα άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ήταν η μάνα της, που την αναζητούσε με άγριες διαθέσεις.</p>
<p>Τα θυμάμαι και γελάω&#8230; Άνοιξε ο Πάνος. Αυτή νόμιζε ότι ήταν αυτός που πηδούσε την Άννα &#8211; και τον ρωτάει &#8211; είναι η Άννα εδώ; Κι ο Πάνος της λέει με το πιο φυσικό ύφος: μα τι λέτε κυρία μου, εδώ έχει μαυρίσει το μάτι μας για γυναίκα, ποια είναι αυτή η Άννα; Εμείς ακούγαμε από μέσα. Η κυρία κώλωσε, σου λέει λάθος θα έκανα. Ζήτησε συγγνώμη και έφυγε&#8230;</p>
<p>Πρωτοετής γνώρισα τη Νίκη, τη γυναίκα της ζωής μου. Πολύ ωραία κοπέλα, καταπληκτικός άνθρωπος, φοιτήτρια Γεωπονικής (του 10, γραμμή παρακάτω!). Η Νίκη ήταν του σπιτιού, εγώ του μαχαλά. Βολεύτηκα μια χαρά &#8211; εκμεταλλεύτηκα και το ΠΑΣΟΚ: «Μωρό, απόψε έχουμε συνάντηση της ΠΑΣΠ με τους πρωτοετείς / αφισοκόλληση / συνεδρίαση/ μοίρασμα προκηρύξεων» Ανάθεμα κι αν είχα πατήσει ποτέ &#8211; ο χρόνος μου ήταν αφιερωμένος αποκλειστικά στο κυνήγι των γυναικών.</p>
<p>Όταν κάποτε με έκανε τσακωτό και με χώρισε, κόντεψα να τρελαθώ. Ο Πάνος θυμάται που πήγα στο σπίτι του (δεν ήμαστε πια συγκάτοικοι) έκλαιγα και χτυπιόμουν: «Τι να κάνω, την αγαπάω!». Όντως την αγαπούσα &#8211; αλλά πώς να χαλιναγωγήσω την τάση μου για πολυγαμία;</p>
<p>Παρακάλεσα, υποσχέθηκα (τα αδύνατα) &#8211; και πήρα χάρη. Εξακολούθησα να αναζητώ εναγωνίως «κάλυψη».</p>
<p>(Όλοι το ίδιο κάνουν. Κάποτε ήμουν σ΄ ένα φίλο οδοντίατρο, έρχεται ένας άλλος φίλος, γιατρός &#8211; και λέει: βάλε μου γρήγορα δυο ράμματα στα ούλα, είπα ότι ήμουν σε σένα και μου έκανες επέμβαση&#8230; Πήγε στο σπίτι και αντί να τ&#8217; ακούσει &#8211; έδειξε τα ράμματα και βγήκε κι από πάνω!)</p>
<p>Χρόνια αργότερα, η Νίκη έκανε το διδακτορικό της στη Γερμανία και εγώ υπηρετούσα (ως δόκιμος) τη θητεία μου. Τότε, είχα όλο το χρόνο δικό μου &#8211; και το αποτέλεσμα ήταν, σε κάποια φάση να έχω ταυτοχρόνως εφτά γκόμενες, η καθεμιά από τις οποίες νόμιζε ότι ήταν η μοναδική.</p>
<p>«Πως τα καταφέρνεις, ρε συ Κωστή, και δεν τα μπερδεύεις &#8211; τι λες στη μία και τι λες στην άλλη;» με ρωτούσε ο Πάνος.</p>
<p>«Και ποιος σου είπε ότι δεν τα μπερδεύω; Για να τα μπαλώσω μετά, λέω ό,τι μαλακία μου περάσει απ΄ το μυαλό και τα πράγματα γίνονται χειρότερα&#8230;»</p>
<p><strong>η πολυγαμία έχει και τα προβλήματά της.<br />
</strong><br />
Πολλές εκατοντάδες γυναίκες. Φοιτήτριες, μαθήτριες, παντρεμένες, εργάτριες, σερβιτόρες, πωλήτριες, άνεργες, ομορφούλες, ασχημούλες &#8211; δεν είχε σημασία. Τις άλεθα όλες.</p>
<p>Μια από αυτές ήταν επαγγελματίας πουτάνα &#8211; την είχε βγάλει η μάνα της στο κλαρί, γύρω στα δεκαοχτώ. Δεν το ήξερα στην αρχή, το κατάλαβα πιο ύστερα. Έλεγε πως με ερωτεύτηκε και με παρακαλούσε επίμονα να γίνω νταβατζής της &#8211; και μου έταζε τον ουρανό με τ&#8217; άστρα. Για ευνόητους λόγους αρνήθηκα αυτή την επαγγελματική προοπτική, αλλά η περίπτωση με απασχόλησε για καιρό &#8211; ήταν το κάτι άλλο στα πριν το κρεβάτι&#8230;</p>
<p>Ένας άλλος κουλτουριάρης φίλος μου, που την είχε δει, τη χαρακτήρισε «σεξουαλικό κτήνος- όπως οι γυναίκες που σκιτσάρει ο Crumb!». (Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αυτός ο Crumb. Τώρα, υποτίθεται ότι ξέρω, γιατί εμείς που έχουμε φύγει, μη έχοντας άλλη δουλειά να κάνουμε, μαθαίνουμε τα πάντα).</p>
<p>Με τη Νίκη κάποια στιγμή σταμάτησα- δεν επικοινωνήσαμε για χρόνια. Έπρεπε να παντρευτούμε, να πάω στις Σέρρες (Στρατηγέ, τι δουλειά έχεις στις Σέρρες, εσύ, ένας Καλαματιανός;) Εκ των υστέρων, ήταν το λάθος της ζωής μου. &#8211; Χαίρω πολύ!</p>
<p>(Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη τελικά στη ζωή μου, τι ήταν η ζωή μου. Δε βιάζομαι &#8211; έχω όλο τον καιρό μπροστά μου για να το αναλύσω)</p>
<p>Όταν υπηρετούσα το αγροτικό μου στην Ικαρία, αναγκάστηκα να αρραβωνιαστώ κιόλας μια Αθηναία, μέχρι να περάσει η μπόρα (το γνωστό, στρίβειν δια του αρραβώνος)</p>
<p>Εξακολούθησα την ίδια τακτική ως το τέλος. Επειδή όμως ζούσα πια στην Αθήνα, πώς να σας αφηγηθώ τα εκεί συμβάντα; Ο βιογράφος μου δεν κούνησε ρούπι από τη Θεσσαλονίκη.</p>
<p><strong>περισσότερες ιστορίες<br />
</strong><br />
Άκουγα τα πάντα, ακόμα και Πλέσσα (το «άγαλμα»), αλλά η αγάπη μου ήταν τα λούμπεν λαϊκά, με προτίμηση στον Μιχαλόπουλο (έβαλε ο Διαβολάκος/ την ουρά του πάλι/ και σου πήρε τα μυαλά σου/ μεσ&#8217; απ΄ το κεφάλι). Ήταν κι άλλοι: Ζαγοραίος, Νικολαΐδης, Καφάσης&#8230;</p>
<p>Μου άρεσαν τα χασικλίδικα (όταν πεθάνω θάψτε με/ σε μια γωνιά μονάχο/&#8230;βάλτε μου δυο καναβουριές/ να κάνουν κανναβούρια/ να έρχονται οι φίλοι μου/ να γίνονται μαστούρια!).</p>
<p>Όχι ότι κάπνιζα φούντα, αλλά ήταν η δική μου αναρχική διαφυγή (όλοι δεν έχουν ανάγκη από ένα αναρχικό παραμυθάκι διαφυγής; Για να το ανακαλύψουν, άλλοι χώνονται στα βιβλία, άλλοι στα σκυλάδικα &#8211; το ρεζουμέ όμως είναι το ίδιο: όλοι ψάχνουν το παραθυράκι προς το άλλο, το φευγάτο&#8230;)</p>
<p>Έκανα άσχημο μεθύσι. «Έχω πειράξει κανέναν; Σε πείραξε κανένας;» ρωτούσα συνέχεια. Τα μαγκάκια του χωριού μου με είχαν μάθει να βάζω στο μέσα μέρος της κάλτσας ένα μαχαίρι. Ο Πάνος είχε φρίξει &#8211; και με κατσάδιαζε. Το κρατούσα, όμως, κάτω από το στρώμα -όταν «μεγάλωσα», το παράτησα.</p>
<p>(Είπαμε, τα παραμύθια της διαφυγής απαιτούν και κάποια απτά, πραγματικά αντικείμενα. Το μαχαίρι ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για το μάγκα που φαντασιωνόμουν πως είμαι &#8211; συνηθίζεται εξάλλου, όπως τα λέει κι ο Καββαδίας σε εκείνο το ωραίο ποίημά του).</p>
<p>Μια φορά, μεθυσμένος, ανέβηκα τα σκαλάκια ως την αγίου Δημητρίου (είκοσι μέτρα από το σπίτι) και προσπαθούσα να ξεριζώσω τα φρεσκοφυτεμένα δεντράκια, μαζί με τους πασσάλους τους.</p>
<p>Παίζαμε χαρτιά &#8211; πόκα ή στούκο (21). Έπαιζα συντηρητικά και γι αυτό έχανα σπάνια. Δηλαδή, τι σπάνια&#8230; Ο παίζων χάνων και ο πίνων μεθών!</p>
<p>Άνοιξε το ΧΑΡΑΜΑ, μια ταβέρνα με ρεμπέτικα και λαϊκά, εκατό μέτρα από το σπίτι μας, στην Κονίτσης (νυν Λαμπράκη). Με τον Θεμιστοκλή, τον τρίτο συγκάτοικο, πήγαιναμε πέντε ή έξι φορές την εβδομάδα (αυτό που λέμε, εμείς το χτίσαμε αυτό το μαγαζί &#8211; όντως). Μία ή δυο φορές τη βδομάδα ερχόταν κι ο Πάνος.</p>
<p>Εννοείται ότι δεν υπήρξε ούτε μία από τις (αμέτρητες) κοπελιές που έφταναν ως εκεί που να μην την είχα καμακώσει. Ποτέ όμως δεν χτυπούσα συνοδευόμενη γκόμενα &#8211; την κατέγραφα στο αρχείο και περίμενα στη φέρμα.</p>
<p><strong>βουτιά προς τα μέσα</strong></p>
<p>Ήμουν πάντοτε αντι -πνευματικός τύπος, αλλά μη νομίσετε ότι ήμουν και ανεπρόκοπος. Πήρα δυο πτυχία (Οδοντιατρική και Ιατρική) τελείωσα και την ειδικότητα &#8211; Οφθαλμίατρος.</p>
<p>Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ γιατί άφησα την πρώτη σχολή για τη δεύτερη. Γιατί, δυο σκασίλες είχα, η μια ήταν η Ιατρική.</p>
<p>Κι όμως, όλα έχουν το γιατί τους&#8230; Η πρώτη σχολή δεν ήταν αρκετή για να αποδείξω σε εκείνον ότι άξιζα, ότι δεν ήμουν ένας αλητάκος. Χρειαζόμουν κάτι παραπάνω.</p>
<p>Δεν πήγα να ζήσω με τη Νίκη στις Σέρρες και να γίνω τσιφλικάς του κάμπου, &#8211; με θερμοκήπια, με καλλιέργειες, με τα όλα μου &#8211; γιατί σκεφτόμουν ότι εκείνος θα έλεγε πως κατάντησα σώγαμπρος.</p>
<p>Μιλάω για τον πατέρα μου.</p>
<p>Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είχα τέτοιες ενοχές, τέτοιο δέος απέναντί του. Όσο ζούσα.</p>
<p>Ήμουν το πρώτο παιδί. Η μάνα μου κούτσαινε, είχε γεννηθεί με βλάβη στο ισχίο. Ο πατέρας μου ήταν λεβεντάνθρωπος. Καταλάβατε;</p>
<p>Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπρεπε να αντέχω το σοβαρό, αυστηρό του βλέμμα, που μου έλεγε «αν δεν ήσουν εσύ&#8230;». Φυσικά, ποτέ δεν ξεστόμισε το παραμικρό.</p>
<p>Ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει αν όλα αυτά ίσχυαν στην πραγματικότητα ή τα έπλαθε η φαντασία μου καθώς έβλεπα τους δικούς μου ανθρώπους να κινούνται μέσα στο σπίτι. Εκείνος σαν αητός &#8211; και η μάνα μου σαν πληγωμένο περιστέρι.</p>
<p>Δεν πήγα σε καλά σχολεία. Από μικρός γούσταρα τις παρέες με τους μαγκίτες, τους αναρχικούς της ζωής. Τελείωσα το Λύκειο με δώδεκα και κάτι.</p>
<p>Κι όμως, με τέτοιες ανύπαρκτες βάσεις, κατάφερα τη δεύτερη χρονιά να περάσω &#8211; κι ας έγραψα έκθεση 10! Καταλαβαίνετε τι υπερ -προσπάθεια έκανα, σχεδόν όλα εικοσάρια!</p>
<p>Αλλά είχε χαραχτεί πια πάνω μου, με ανεξίτηλες βαφές: Ήμουν για πάντα ο μικρός αλήτης που τριγυρνούσε στα σκυλάδικα της επαρχίας με τους άλλους αλήτες, κι αυτό έκανε τον πατέρα να ντρέπεται και να θυμώνει &#8211; και τη μάνα να ντρέπεται και να πονάει&#8230;</p>
<p>Τώρα καταλαβαίνω πόσο παράλογα ήταν όλα αυτά. Μήπως δεν είχα αδερφό και αδερφή; Μήπως σπούδασαν; Με το ζόρι τελείωσαν το Λύκειο. Αλλά, είπαμε, εγώ ήμουν ο πρωτότοκος, εκείνος που έβλεπε να τον κοιτάζει ο πατέρας με το αυστηρό του βλέμμα&#8230;</p>
<p>Και για τις γυναίκες, για το ατελείωτο, το αξεδίψαστο κυνήγι των γυναικών, εκεί βρίσκεται η αιτία: Εκείνος είχε μία &#8211; και την παντρεύτηκε. Εγώ θα τις είχα όλες &#8211; και δεν θα παντρευόμουν καμία. Ούτε τη Νίκη.</p>
<p>Θα απόδειχνα έτσι ότι όχι μονάχα δεν ήμουν κορόιδο &#8211; αλλά ήμουνα και πιο ξύπνιος απ&#8217; αυτόν! Θα αποκαθιστούσα έτσι, ταπεινώνοντας τον πατέρα, την πληγωμένη υπερηφάνεια της μάνας μου.</p>
<p>Γι&#8217; αυτό καταδίκασα τον εαυτό μου να τρέχει σα μανιακός πίσω από κάθε χαζογκόμενα, από κάθε τσουλίτσα, όταν εκείνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να είμαι με τη Νίκη. Γι&#8217; αυτό βαριόμουν κάθε φορά που είχα πλέον πετύχει το στόχο μου, δηλαδή όταν τις είχα κάνει και κατέβαζαν το κυλοτάκι τους για χάρη μου.</p>
<p><strong>το μαντάτο</strong></p>
<p>Πριν δέκα χρόνια, αρχές Δεκεμβρίου, ο Πάνος με πήρε στο τηλέφωνο για να με καλέσει στο γάμο του. Είπα ότι θα πάω, οπωσδήποτε.</p>
<p>Λίγες μέρες αργότερα, ένα πρωί τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και είπα ότι δεν ένοιωθα καλά &#8211; να μου χρεώσουν μια μέρα αναρρωτική άδεια. Μετά πήρα το αμάξι και έφυγα προς το Σούνιο.</p>
<p>Σε κάποια στροφή του δρόμου (όπου γυριζόντουσαν κάποτε οι σκηνές αυτοκινήτου στις ελληνικές ταινίες) ξέφυγα και καρφώθηκα με μεγάλη ταχύτητα σ&#8217; ένα βράχο. Δε φορούσα ζώνη.</p>
<p>Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τι δουλειά είχα στο Σούνιο&#8230; Αφού δεν το ξέρω εγώ ο ίδιος! Γι&#8217; αυτό, όσα λένε για μένα &#8211; είναι τρίχες.</p>
<p>Εκείνο που έχει σημασία είναι αν ήταν ατύχημα, λόγω θολούρας &#8211; ή αυτοκτονία. Δουλεύω πάνω σ&#8217; αυτό &#8211; στοχάζομαι εντατικά.</p>
<p>(Μια φορά, σε μια ταβέρνα, ο Πάνος και ο Σταμάτης είχαν περάσει τη βραδιά συζητώντας για την περίφημη φράση ενός καποιανού Αλμπέρ Καμύ, ότι το μοναδικό σοβαρό φιλοσοφικό ερώτημα είναι εκείνο σχετικά με την αυτοκτονία. Επειδή μου αρέσει η φιλοσοφία, τους είχα παρακολουθήσει για λίγο &#8211; αλλά ήρθαν στο διπλανό τραπέζι τρεις γκομενίτσες με έναν μονάχα αρσενικό μαζί τους- και έστρεψα την προσοχή μου προς τα κει. Έχασα έτσι την ευκαιρία να εμβαθύνω στα περί αυτοκτονίας &#8211; και να έχω τώρα τις απαραίτητες θεωρητικές βάσεις)</p>
<p>Δε νομίζω ότι έχει μεγάλη σημασία, έτσι κι αλλιώς το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.</p>
<p>Η κηδεία θα γινόταν την άλλη μέρα, στο χωριό μου, στη Μεσσηνία.</p>
<p>Εγώ ταξίδεψα με την άνεσή μου, αφού πρώτα με ταλαιπώρησαν οι ιατροδικαστές &#8211; και με περιποιήθηκαν οι μάγκες του γραφείου τελετών.</p>
<p>(Μου άρεσε ιδιαίτερα στο κορακάδικο, γιατί όταν με έφτιαχναν είχαν ανοιχτό το ραδιόφωνο και άκουγαν Κατερίνα Στανίση και Πίτσα Παπαδοπούλου. Αυτό ο Πάνος δεν το ήξερε, του το αποκάλυψα εγώ)</p>
<p>Όταν φτάσαμε στη Θουρία ζορίστηκα ή τουλάχιστον μου φάνηκε. Γιατί είχα να αντιμετωπίσω και πάλι κάτι που απεχθανόμουν πάντοτε &#8211; δηλαδή αμείλικτα προσωπικά ερωτήματα: Κωστή μου, γιατί;</p>
<p>Ρωτούσε η μάννα μου. Ο πατέρας ήταν σωριασμένος &#8211; και σιωπηλός, για μια ακόμα φορά. Μονάχα που έκλαιγε σιγανά και κάθε λίγο χτυπούσε το κεφάλι με τις γροθιές του.</p>
<p>Στεναχωριόμουν &#8211; και είπα να εκμεταλλευτώ τις νέες μου ιδιότητες, όσο να έρθει η ώρα της κηδείας. Σηκώθηκα λοιπόν και άρχισα να επιθεωρώ τους δρόμους.</p>
<p>Είδα στον Ισθμό τη Νίκη, που ερχόταν από τις Σέρρες (είχαμε ξαναβρεθεί, τον τελευταίο καιρό). Είδα το Θεμιστοκλή, που είχε ξεκινήσει από την Πάτρα. Στην Κόρινθο είδα ένα πούλμαν γεμάτο με το προσωπικό της Κλινικής &#8211; επικεφαλής ο καθηγητής. Είδα αρκετά αυτοκίνητα να ξεκινούν από Αθήνα. Είδα και το μικρό Citroen με τον Πάνο, το Γιάννη και τον Σταμάτη, να αγκομαχάει στα στροφιλίκια της Τρίπολης.</p>
<p>Μου φάνηκε πως άκουσα γέλια μέσα &#8211; και παραξενεύτηκα. Περνούσαν από κάποιο χωριό της Αρκαδίας, ο Σταμάτης διάβαζε στην ταμπέλα μιας ψησταριάς: Γίδα βραστή. Σουβλάκι. Κοίταξε με απορία τον Πάνο. «Τι κάνετε ρε σεις οι Αρκαδομεσσήνιοι; Γίνεται η βραστή γίδα σουβλάκι;». Γέλασα κι εγώ &#8211; κι έμεινα μαζί τους όσο να φτάσουμε.</p>
<p>Όταν φτάσαμε, μας κόπηκαν τα γέλια.</p>
<p><strong>το ξόδι</strong></p>
<p>Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Στο κεφάλι μου (δηλαδή σε αυτό που κάποτε ήμουν εγώ) δυο μαυροφόρες: η μάνα μου &#8211; και η Νίκη. Κάθε τόσο με φιλούσαν &#8211; και με μοιρολογούσαν. Έβλεπαν για πρώτη φορά η μία την άλλη &#8211; κι αυτό με έκανε να νοιώσω άβολα, μέχρι που σκέφτηκα ότι στη νέα μου κατάσταση δεν χωράνε έγνοιες &#8211; τις άφησα όλες στους ζωντανούς.</p>
<p>Ζύγωσα για να με δω, τελευταία φορά. Δε μου άρεσε αυτό που αντίκρισα.<br />
Φαινόταν μόνο το κεφάλι, όλο ράμματα. Ήταν κομμένο παντού &#8211; και γεμάτο μώλωπες που δεν μπόρεσαν να καλύψουν. Το υπόλοιπο σώμα δεν το είδα, ήταν σκεπασμένο με λευκά τριαντάφυλλα.</p>
<p>Με ενόχλησε κάπως η ασπρίλα &#8211; ήταν και το φέρετρο λευκό&#8230;</p>
<p>Γύρισα ένα γύρω το βλέμμα και είδα τους φίλους μου να κλαίνε, όπως και οι χωριανοί μου. Έκλαιγαν και τρεις νοσοκόμες που τα είχα μαζί τους &#8211; και είχαν έρθει με το πούλμαν της κλινικής. Ήταν καμιά δεκαριά παπάδες &#8211; έκλαιγαν κι αυτοί.</p>
<p>Άρχισα να εκνευρίζομαι. Οι επικήδειοι έκαναν τα πράγματα χειρότερα.</p>
<p>Τους παράτησα όλους και ασχολήθηκα με δυο γκομενάκια του χωριού, μικρά, δεν τα ήξερα, δεν τα είχα ξαναδεί. Φορούσαν μινάκια, μαύρα καλσόν και κολλητές μπλούζες. Η ώρα πέρασε ευχάριστα.</p>
<p>Τα χούγια μου δεν άλλαξαν ούτε στην κηδεία μου.</p>
<p><strong>επίλογος</strong></p>
<p>Χρόνια μετά, ο Σταμάτης είχε την ιδέα να γίνει ένα μνημόσυνο για μένα στη Θεσσαλονίκη. Το κάνανε στη μονή Βλατάδων, ήρθαν καμιά δεκαπενταριά συμφοιτητές, μερικοί από γειτονικούς νομούς. Φυσικά, τριγύριζα κι εγώ εκεί ένα γύρω.</p>
<p>Μου έκανε εντύπωση πως είχαν γεράσει όλοι. Εντάξει, όχι γεράσει &#8211; ωριμάσει. Εγώ έμεινα για πάντα νιάτο.</p>
<p>Εκείνο που χάρηκα περισσότερο ήταν το βράδυ: Η παρέα βρέθηκε στα ΚΕΠΕΓΚΙΑ &#8211; και ξεσαλώσαμε όλοι με τα μπουζούκια του Χρήστου Μητρέντζη.</p>
Posted in Διηγήματα Tagged: Διηγήματα <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/98/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/98/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/98/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/98/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/98/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/98/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/98/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/98/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/98/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/98/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=98&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/24/comics/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>9</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Walking and singing the blues</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/01/walking-and-singing-the-blues/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/01/walking-and-singing-the-blues/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 01 Feb 2009 14:44:35 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Διηγήματα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=96</guid>
		<description><![CDATA[Βρισκόμουν στην έκτη ή την έβδομη έλξη όταν άκουσα το Μπόγκυ, αφεντικό στο γυμναστήριο, να φωνάζει από το βάθος της αίθουσας «Μιχάλη, τηλέφωνο!»
Ολοκλήρωσα το σετ, κρέμασα τη μπάρα στους ορθοστάτες, έκανα δυο τρεις χαλαρές εκτάσεις και πήγα προς το τηλέφωνο. Υπολόγισα πως θα ήταν η Τίνα, μια τσουλίτσα από τον Εύοσμο. Την είχα γνωρίσει το [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=96&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Βρισκόμουν στην έκτη ή την έβδομη έλξη όταν άκουσα το Μπόγκυ, αφεντικό στο γυμναστήριο, να φωνάζει από το βάθος της αίθουσας «Μιχάλη, τηλέφωνο!»</p>
<p>Ολοκλήρωσα το σετ, κρέμασα τη μπάρα στους ορθοστάτες, έκανα δυο τρεις χαλαρές εκτάσεις και πήγα προς το τηλέφωνο. Υπολόγισα πως θα ήταν η Τίνα, μια τσουλίτσα από τον Εύοσμο. Την είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στο Σπλέντιτ, το θερινό σινεμά, και  φρόντισα να βρεθούμε δίπλα δίπλα στο μπαρ. Ψωνίζοντας τσιπς και βυσσινάδα έμαθα τ&#8217; όνομά της και της έδωσα το τηλέφωνο του Μπόγκυ, υπολογίζοντας πως θα περνούσα το επόμενο πρωινό στο γυμναστήριο. Φαινόταν κάπως άβγαλτη, αλλά γεμάτη διάθεση. «Άστηνα λοιπόν να περιμένει λίγο&#8230;»</p>
<p>Το γυμναστήριο δεν είχε κόσμο. Ιούλιος και όλοι την είχαν κάνει για Χαλκιδική. Δυο τρεις αρχάριοι μονάχα, παιδευόντουσαν στο μονόζυγο και τις έλξεις.</p>
<p>«Γυναίκα;» ρωτάω το Μπόγκυ, που ξεφύλλιζε με αφάνταστη βαρεμάρα ένα διάβασέ με. «Ναι!» Παίρνω ύφος. «Έλα κούκλα μου» λέω γλυκά στο ακουστικό. «Τον κακό σου τον καιρό!» μου απαντάει μια γνωστή αντρική φωνή. Ο Στάθης. Έκανα τη χαρακτηριστική κίνηση με το μέσο κάθετο στα άλλα δάχτυλα, ενώ ο Μπόγκυ χαχάνιζε ευχαριστημένος με την εξυπνάδα του. «Έλα ρε Στάθη, λάθος. Τι τρέχει;» Ακούστηκε νευρικός. «Μπορείς ναρθείς αποδώ;» «Το βραδάκι;» «Τώρα!» «Τώρα; Έλεγα να την κάνω, για μπάνιο&#8230;» «Είναι ανάγκη!» «Καλά. Σε μισή ώρα είμαι εκεί».<span id="more-96"></span></p>
<p>Ο φίλος μου ο Στάθης. Πάνε πέντε χρόνια. Τρέχαμε μεσάνυχτα με τις μηχανές στην εθνική, πριν τα διόδια, κόντρα οι δυο μας, στοίχημα. Ήμουν τότε στα δεκάξι, αυτός δυο χρόνια μεγαλύτερος. Είχα μια πεντακοσάρα Χόντα, αυτός Γιαμάχα. Ήταν πιο έμπειρος και πιο τολμηρός στις κούρμπες, πήρε κεφάλι, μα όταν βγήκαμε στην ευθεία τον άφησα πίσω. Τέρμα ήταν το τέλος της γέφυρας. Έστριψα με τη μηχανή προς τα πίσω, μα δεν τον είδα. Τριακόσια μέτρα πριν τη γέφυρα, στη χαλαρή δεξιά στροφή, έχασε τον έλεγχο, ξέφυγε αριστερά, στούκαρε στο διάζωμα και τινάχτηκε έξω, στα χαντάκια. Τη γλίτωσε, αλλά δεν ξαναπερπάτησε. Μένει καρφωμένος στην καρέκλα και περνάει τον καιρό του διαβάζοντας και ζωγραφίζοντας. Έχει σχεδόν απομονωθεί από τον κόσμο. Εκτός από μένα και την αδερφή του, που είναι παντρεμένη μ&#8217; έναν χρυσοχόο, τον βλέπουν ένας γιατρός, η νοσοκόμα που του κάνει ενέσεις και η Λίτσα, μια πόρνη της γειτονιάς. Όταν έρχεται η Λίτσα, η μάνα του Στάθη φεύγει διακριτικά από το σπίτι.</p>
<p>«Αν πάρει τηλέφωνο κάποια Τίνα, πες της&#8230;» «Ναι&#8230;» «Πες της να ξαναπάρει μεθαύριο, που θα ξανάρθω». «Καλή;» «Καλή&#8230; αλλά δεν είναι για γεροντοτεκνά!» «Ρε άντε και&#8230;» «Φεύγω!»</p>
<p>Βγήκα, ανέβηκα στη μηχανή και τράβηξα για τη Νέα Κρήνη.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Ο Στάθης έμενε σ&#8217; ένα διόρωφο και είχε καλή θέα από το μπαλκόνι του, στη θάλασσα. Το ισόγειο το νοίκιαζαν σ&#8217; ένα Κοζανίτη που παράτησε το χωριό του και άνοιξε ψιλικατζίδικο στη γειτονιά.</p>
<p>Συνήθιζα να τον επισκέπτομαι κάθε Τρίτη βράδυ, ένα από τα τρία ελεύθερα βράδια που είχα στη βδομάδα. Πέμπτη- Κυριακή δούλευα στη παμπ του μεγάλου μου αδερφού. Τα πρωινά τα περνούσα στο γυμναστήριο ή στη Νομική. Κάθε Τρίτη βράδυ, χρόνια τώρα, πήγαινα στο Στάθη. Ήταν, πριν το ατύχημα, ο καλύτερος φίλος μου, ο κολλητός μου. Είχα πάει την πρώτη μου μηχανή, ένα σκουτεράκι δηλαδή, στο συνεργείο που είχε ο γέρος του και εκεί τον γνώρισα. Μαζί μαστορεύαμε τις μηχανές τ&#8217; απογέματα και μετά τριγυρνούσαμε παντού, με μια μηχανή ή με δύο. Ταιριάξαμε, ας ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος. Και μετά το ατύχημα, καθώς περνούσαν τα χρόνια, η φιλία άλλαξε, αλλά δε χάλασε. Έγινε πιο σταθερή.</p>
<p>Πάτησα τρεις φορές την κόρνα για να καταλάβει πως είχα έρθει. Στο ισόγειο άνοιξε ένα παράθυρο και καδραρίστηκε η μικρή κόρη του ψιλικατζή, μια κοντούλα με φακίδες και στραβά δόντια. Της χαμογέλασα, ασφάλισα τη μηχανή και ανέβηκα στο δεύτερο όροφο. Με καλωσόρισε η κυρά Ξένη και με ρώτησε τι συμβαίνει. Δεν ήξερα να της πω. Χτύπησα την πόρτα του και μπήκα.</p>
<p>Το δωμάτιό του το είχε διαρρυθμίσει έτσι ώστε να υπάρχει από την πόρτα ως τη μπαλκονόπορτα ένας διάδρομος. Από τη  μια μεριά είχε το κρεβάτι κι ένα ξύλινο γραφείο και από την άλλη μια ξύλινη ντουλάπα και μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Κάθε φορά την έβλεπα όλο και πιο φορτωμένη και μ&#8217; έπιανε δέος.</p>
<p>Καθόταν στην καρέκλα του, μπροστά στη μπαλκονόπορτα και κοίταζε προς τη θάλασσα. «Γεια» «Γεια, ρε. Ευχαριστώ που ήρθες&#8230;» «Έλα, εντάξει&#8230;» «Θέλεις καφέ;» «Θέλω» «Θα μας κάνει η κυρά Ξένη. Πάμε έξω».</p>
<p>Έστριψε την καρέκλα και την τσούλησε μέχρι έξω. Άραξα κι εγώ κάτω από τη  τέντα και χάζευα τη θέα. Ήταν ακόμα νωρίς και η ατμόσφαιρα καθαρή. Ένα όμορφο γαλάζιο, μέχρι πέρα το Καράμπουρνου. Ο Στάθης γύριζε νευρικά στο χέρι του το κομπολόι, αλλά δεν έλεγε να μιλήσει. «Τι τρέχει, ρε;» «Έχω ένα πρόβλημα&#8230;»</p>
<p>Σταμάτησε γιατί η μάννα του έφερε σ&#8217; ένα δίσκο τους φραπέδες, δυο ποτήρια νερό και μπισκότα. «Μάνα, δεν πετάγεσαι μέχρι τον κυρ Βασίλη, να με φέρεις κάτι χαρτόνια που τον έχω παραγγείλει; Τον τηλεφώνησα πριν και έχουν έρθει. Πρόσεχε μη ξεχάσει να σε δώσει και τους μαρκαδόρους». Η κυρά Ξένη κατάλαβε πως ήθελε να τη διώξει από το σπίτι και παρ&#8217; όλη την περιέργεια και τη μόνιμη αγωνία της δεν είπε τίποτα κι έφυγε. «Ωραία η μάννα σου» «Την ταλαιπωρώ&#8230; Τέλος πάντων, ας έρθουμε στο θέμα&#8230; Μπορείς να ακούσεις για λίγο χωρίς να διακόψεις;» «Λέγε, ρε».</p>
<p>Δίστασε για λίγο. Τότε πρόσεξα πως φαινόταν άυπνος και κουρασμένος. «Για να καταλάβεις, πρέπει ν&#8217; αρχίσω από την αρχή. Λοιπόν, η αρχή είναι μια μικρή αγγελία στον Ταχυδρόμο. Το περιοδικό τον Ταχυδρόμο&#8230; Αγγελία. Άκου: Η Έφη, 15 χρονών, ζητά αλληλογραφία με νέους και νέες από όλη την Ελλάδα για ανταλλαγή απόψεων και δημιουργία φιλίας. Μη κοιτάς σα χάνος, έτσι βρίσκουν παρέες πολλές πιτσιρίκες και πιτσιρικάδες&#8230; Για ανταλλαγή απόψεων και δημιουργία φιλίας&#8230; ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι ακριβώς, πάνε δυο χρόνια τώρα&#8230;» Ο Στάθης σταμάτησε να μιλάει και στριφογύριζε νευρικά το κομπολόι. «Λοιπόν;» «Λοιπόν, έγραψα εγώ σ&#8217; αυτήν την Έφη» «Και&#8230;» «Και έγινε μπέρδεμα. Μεθαύριο έρχεται στη Θεσσαλονίκη» «Ωραία, θα τη γνωρίσεις από κοντά» «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα&#8230;» Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε. «Βλέπεις, όταν της έγραψα δεν της εξήγησα πως είμαι σακάτης, στην καρέκλα&#8230; έγραψα πως είμαι μέχρι ορειβάτης&#8230; καταλαβαίνεις&#8230; Στην αρχή ήταν κάτι σαν παιχνίδι, μια ζαβολιά στη μοίρα μου&#8230; Ύστερα έγινε για μένα μια φαντασίωση, που τη ζούσα και δεν τολμούσα να την καταστρέψω&#8230;» Τον κοίταζα και δεν έλεγα τίποτα «Ας αφήσουμε την ψυχολογική ανάλυση κατά μέρος! Η κοπέλα θα έρθει στη Θεσσαλονίκη και περιμένει πως και πώς να συναντήσει επιτέλους τον αρτιμελή σπόρτσμαν, με τον οποίο αντάλλασε επιστολές για δυο ολόκληρα χρόνια&#8230;. Καταλαβαίνεις πως μου είναι λιγάκι δύσκολο να εμφανιστώ μπροστά της&#8230;» «Και τι θα γίνει;» «Τι θα γίνει&#8230; έχεις μπόι, είσαι αθλητής, είσαι εμφανίσιμος&#8230; είσαι ο μοναδικός μου φίλος&#8230; Θα πας εσύ!» Τον κοίταζα σα χαζός «Τι λες, ρε συ. Πως γίνεται;» «Γίνεται. Για τρεις μέρες μονάχα&#8230;»</p>
<p>Σηκώθηκα και περπάτησα πέρα δώθε στο μπαλκόνι. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. «Ρε συ, αυτό είναι εξωφρενικό!» Ο Στάθης, τώρα που είχε μιλήσει, έπινε ήσυχα τον καφέ του. «Ηρέμησε. Το σκέφτηκα πολύ και δε βλέπω άλλη λύση. Κανονικά θα έπρεπε να της γράψω την αλήθεια, αλλά δε μπόρεσα να το κάνω, δεν είχα χρόνο. Έγραψε ξαφνικά πως θα έρθει, χθες πήρα το γράμμα της. Τηλέφωνό της δεν έχω. Άρα δεν έχω περιθώριο να το μπαλώσω λέγοντας πως λείπω, ούτε μπορώ να παραστήσω πως λείπω, γιατί ξέρει τη διεύθυνση και θα έρθει κατευθείαν εδώ&#8230; κι εγώ δε μπορώ να φύγω, άσε που θα τα μάθει όλα&#8230;» «Καλά, δε μπορείς να βρεις το τηλέφωνό της από τον κατάλογο;» «Όχι, γιατί τώρα δε βρίσκεται στην Αθήνα&#8230; Ρε συ, για φαντάσου&#8230; Νάρθει με τόση φόρα και να δει εμένα, καρφωμένο σ&#8217; αυτή τη γαμημένη καρέκλα&#8230; Δε γίνεται, δε γίνεται με καμιά Παναγία!»</p>
<p>Ακουμπούσα τα δυο μου χέρια στα κάγκελα και άκουγα, με σκυμμένο το κεφάλι. «Μιχάλη, στο ζητάω σα χάρη&#8230; Μη μ&#8217; αφήσεις να έρθω σ&#8217; αυτή τη θέση&#8230;». Γύρισα και τον κοίταξα. Μου φαινόταν θεοπάλαβο, αλλά δε μπορούσα να του πω όχι. «Καλά ρε Στάθη, αλλά δε με αρέσει αυτή η πλαστογραφία» &#8220;Πλαστοπροσωπία» «Εντάξει, πλαστοπροσωπία. Το ξέρεις ότι δεν τα πάω καλά με τις ξένες γλώσσες». Γέλασε. Φαινόταν ανακουφισμένος.</p>
<p>«Έχω σκεφτεί πως θα μπαλώσουμε τα πράγματα. Κατ&#8217; αρχάς έρχεται με μια φίλη της, τη Μαρία. Οι δυο κοπέλες κάνουν διακοπές στο χωριό της Μαρίας στα Τρίκαλα, απ&#8217; όπου και δραπετεύουν για λίγες μέρες, για να έρθουν εδώ. Αυτό με τη συνενοχή της θείας της Μαρίας, που τις φιλοξενεί. Έχε υπόψη σου ότι η Έφη κάνει για πρώτη φορά διακοπές χωριστά από τους δικούς της, μετά από Ομηρικές μάχες που κράτησαν ολόκληρο το χειμώνα και την άνοιξη&#8230; Η θεία της Μαρίας δεν ξέρει βέβαια το πραγματικό αντικείμενο της επίσκεψης, τα κορίτσια την έπεισαν ότι θέλουν να δουν τη Θεσσαλονίκη και ότι θα τις φιλοξενήσουν κάποιες γνωστές τους, φοιτήτριες&#8230; Θα έρθουν με το τραίνο, που θα φράσει μεταξύ τρεις και πέντε το πρωί της Τρίτης. Εννοείται πως θα τις περιμένεις στο σταθμό&#8230;» «Τι;» «Θα φύγουν αργά το βράδυ, για να έχουν προλάβει να απαντήσουν στο τηλέφωνο από την Αίγινα, που παίρνει κάθε βράδυ η μάνα της Έφης. Το άλλο βράδυ η θεία θα πει πως τα κορίτσια έχουν πάει σινεμά ή κάτι τέτοιο, αλλά το τρίτο πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται εκεί. Καταλαβαίνεις τη συνωμοσία;» Έγνεψα πως την καταλαβαίνω.</p>
<p>«Πως θα τη γνωρίσω;» «Θα σου δείξω φωτογραφίες της». «Ωραία. Μετά, τι κάνω;» «Μετά, επειδή δε μπορείς να τις πας στο σπίτι σου, γιατί ζεις με την οικογένειά σου, θα τις πας σ&#8217; ενός φίλου σου φοιτητή, που λείπει. Θα τις πας δηλαδή στη γκαρσονιέρα σου και θα φύγεις» «Και που θα κοιμηθώ εγώ;» «Πρόβλημά σου» «Ευχαριστώ» «Πάνε στου αδερφού σου, πάνε όπου θέλεις&#8230; Θα τις αφήσεις στη γκαρσονιέρα, θα κοιμηθούν και θα τις ξαναβρείς την άλλη μέρα το πρωί» «Και τι θα κάνω;» «Θα τις τριγυρίσεις στην πόλη, θα τις δείξεις το Λευκό Πύργο, τα Κάστρα, ξέρω &#8216;γω&#8230; Έτσι θα πάει, μέχρι να φύγουν» «Ναι, αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που η Έφη έρχεται με σκοπό πονηρό; Καταλαβαίνεις&#8230;» «Θα μείνεις γλυκός μεν, απαθής δε. Θεωρητικά, είναι άβγαλτη, παρθένα και απολύτως συναισθηματική. Τέλος πάντων, τρεις μέρες σκάρτες είναι&#8230;» «Θα τα βολέψω&#8230;»</p>
<p>«Το πιο επικίνδυνο σημείο είσαι εσύ ο ίδιος» «Μπα; Και γιατί, παρακαλώ;» «Γιατί&#8230; γιατί η Έφη έχει σχηματίσει την εικόνα ενός πιο, ας πούμε, καλλιεργημένου και σχετικού με τα γράμματα και τις τέχνες&#8230;» «Ενώ εγώ είμαι στούρνος&#8230;» «Ακριβώς. Θα πρέπει λοιπόν να προσέξεις ιδιαίτερα τι βγάζεις από το στόμα σου. Μην αρχίσεις να τραγουδάς το τελευταίο σκυλάδικο σουξέ. Μη χαρακτηρίσεις αριστούργημα καμιά ταινία της πλάκας&#8230;» Σήκωσα απελπισμένος τα χέρια ψηλά. Ποτέ δεν ήμουν κουλτουριάρης, πως θα μπορούσα να γίνω σε μια μέρα μέσα; «Φυσικά θα πετάξεις τα χαϊμαλιά που φοράς στο λαιμό, τα σηματάκια, τα βραχιόλια και τα λοιπά μπιμπλίκια&#8230; Θα ντυθείς σαν άνθρωπος&#8230;κράτησε τα τζιν, αλλά θα εξαφανίσεις αυτή τη ζώνη με τα καρφιά, που σε κάνει να μοιάζεις σαν Αυστραλός γελαδάρης&#8230; Το μαλλί θα μπορούσε  να είναι καλύτερο, αλλά τέλος πάντων&#8230;» «Θα τα κάνω μούσκεμα&#8230;» «Να είσαι λιγόλογος. Έτσι θα αποφύγεις τις χοντρές γκάφες» «Αμφιβάλλω&#8230;» «Πρόσεξε ποιος είσαι, σε γενικές γραμμές: Σε λένε Στάθη. Είσαι φοιτητής στην Αρχιτεκτονική, στο πτυχίο&#8230;» «Εγώ;» «Εσύ. Είσαι από την Καστοριά, η καταγωγή σου. Έχεις χόμπι τη φωτογραφία, πάρε υλικό από τον αδερφό σου που ασχολείται, άλλο χόμπι είναι το σκίτσο και η ζωγραφική. Θα σου δώσω εγώ. Άλλο, πηγαίνεις εκδρομές, γι&#8217; αυτό δε χρειάζεσαι τίποτα. Εντάξει ως εδώ;» «Εντάξει» «Λατρεύεις το ροκ. Ακούς Σαββόπουλο και Χατζιδάκι. Παίζεις κιθάρα» «Δεν ξέρω ούτε πως πιάνουν την κιθάρα!» «Πες πως χτύπησες τα δάχτυλά σου στην προπόνηση, γιατί είσαι και μπασκετμπολίστας. Ευτυχώς, έχεις μπόι&#8230;» «Κατάγομαι από την Καστοριά, φωτογραφίζω, ζωγραφίζω, πάω εκδρομές, παίζω μπάσκετ και κιθάρα&#8230;Τα λέω σωστά;»</p>
<p>«Τέλεια! Η μικρή τώρα: Είναι μαθήτρια, του χρόνου θα πάει στην τρίτη Λυκείου. Μένει στο Περιστέρι, οι γονείς της δουλεύουν  στο Υπουργείο Γεωργίας. Κάνει πιάνο εδώ και οχτώ χρόνια, από πιτσιρίκι, δηλαδή&#8230; Μιλάει αγγλικά και γερμανικά, χορεύει καλαματιανούς και μπάλλους σε κάποιον πολιτιστικό σύλλογο. Γενικά, είναι πολύπλευρη προσωπικότητα&#8230;» «Παραείναι&#8230; Πως μ&#8217; όλα αυτά που κάνει, ήθελε και αλληλογραφία;» «Γιατί όχι; Φαίνεται  πως όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν την καλύπτουν, δηλαδή δεν την κάλυπταν πριν δυο χρόνια, όταν άρχισε την αλληλογραφία&#8230; Το γεγονός ότι τη συνέχισε μπορείς να το αποδώσεις στο φτωχό σου φίλο&#8230;»</p>
<p>Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία, πηγαίναμε για φιάσκο. Ωστόσο, δε μπορούσα να του χαλάσω το χατίρι. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί.</p>
<p>«Και μετά;» «Τι μετά;» «Πως θα συνεχιστεί αυτή η ιστορία;» Ο Στάθης δεν απάντησε αμέσως. «Δεν ξέρω&#8230; Μάλλον θα σκηνοθετήσω κάποιο φανταστικό ατύχημα γι&#8217; αυτόν τον ανύπαρκτο Στάθη και θα τελειώσει αυτή η γελοία υπόθεση&#8230;» «Δε με λες, αυτή η Έφη είναι ερωτευμένη με τον Στάθη;» «Με μια έννοια&#8230; δηλαδή, ναι». «Γιατί, βασικά, τον ερωτεύτηκε;» Με κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει που το πήγαινα «Υποθέτω, για όλα&#8230;» «Βασικά όμως για τις ωραίες σκέψεις που της έγραφε&#8230;» «Και λοιπόν;» «Αν της έλεγες την αλήθεια, δε θα μπορούσε αυτός ο έρωτας να μεταφερθεί από το φανταστικό Στάθη στον πραγματικό;»</p>
<p>Τα χαρακτηριστικά του φίλου μου σκλήρυναν. «Μιχάλη, μην ξαναπείς τέτοιες ανοησίες&#8230; Η μόνη γυναίκα που μ&#8217; ερωτεύεται είναι η Λίτσα κι αυτή γιατί της δίνω ένα χιλιάρικο κάθε φορά&#8230;» Έπεσε μια πολύ δυσάρεστη σιωπή. Ένοιωθα απαίσια. «Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω&#8230;» Χαμογέλασε. «Το ξέρω, ρε. Δε μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου που μπλέχτηκα έτσι&#8230; Τέλος πάντων. Θα σου δώσω τα γράμματά της, να τα διαβάσεις. Πρέπει να την ξέρεις όσο γίνεται καλύτερα. Θα σου δώσω και τα δικά μου, δηλαδή του κατά φαντασίαν Στάθη. Κρατούσα αντίγραφο&#8230; Εντάξει;» «Εντάξει».</p>
<p>Στο δρόμο φάνηκε να έρχεται η μάνα του, κουβαλώντας μια μεγάλη πλαστική τσάντα, γεμάτη χαρτόνια, διπλωμένα σε ρολό. Είχαμε πει όσα χρειαζόντουσαν, αλλά επέμεναν και οι δύο και έμεινα  μαζί τους για φαγητό. Κατά τις δύο έφυγα, αφού πήρα ό,τι μου έδωσε ο Στάθης.</p>
<p>Αντί να τραβήξω για το σπίτι μου στην Τριανδρία έστριψα δεξιά και έκανα μια  μεγάλη βόλτα με τη μηχανή. Πέρασα τη Μίκρα, βγήκα στο δρόμο για Χαλκιδική και χωρίς αν το καταλάβω βρέθηκα στη Σάρτη. Η παραλία ήταν γεμάτη με νοστιμιές, αλλά προτίμησα να ψάξω κάποια ερημιά για να βουτήξω. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν συνέχεια αυτά που μου είπε ο Στάθης, προσπαθούσα να φανταστώ τι θα μπορούσε να πάει στραβά. Τα πάντα. Γύρισα περασμένες εννιά στο κέντρο και τράβηξα κατευθείαν για την παμπ. Ο αδερφός μου με περίμενε ανυπόμονα, γιατί είχε κανονίσει με τη γυναίκα του να βγει. Με γκάζωσε λίγο για την αργοπορία, αλλά με είδε σκεφτικό και τράβηξε φρένο «Τι έγινε ρε, σε κάνει νάζια η γκόμενα;» είπε και έγινε άφαντος, χωρίς να περιμένει απάντηση.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Κόντεψα να πάθω καθώς διάβαζα τα γράμματα του Στάθη και της Έφης. Ήτανε και ατελείωτα&#8230; Κάθε γράμμα τουλάχιστον πέντε σελίδες. Συνήθως άρχιζαν με τα νέα τους, εκείνη έγραφε για το σχολείο και το πιάνο και τις φίλες της και ο Στάθης έγραφε τα πιο απίθανα ψέματα. Πήγε, είδε, έκανε&#8230; Μετά, συνέχιζαν την κουβέντα που είχαν αρχίσει για μουσικές, ταινίες και λογοτεχνία. Ελάχιστα καταλάβαινα. Η Έφη έγραφε απλά και στρωτά, ο Στάθης πιο μπερδεμένα. Όσο η στοίβα με τα διαβασμένα ψήλωνε, το γύριζαν στο πιο προσωπικό και ξεκινούσαν ένα όλο και περισσότερο ανοιχτό φλερτ. Φως φανάρι, η Έφη ήταν τσιμπημένη, αλλά και ο δικός μου δεν πήγαινε πίσω&#8230;</p>
<p>Ένοιωσα μια πολύ έντονη στεναχώρια, πίκρα πες, για το φίλο μου. Ήθελε τόσο πολύ να ζήσει αυτά που του έλειπαν, που έπλασε κυριολεκτικά ένα άλλο, φανταστικό πρόσωπο, να ζήσει για λογαριασμό του. Η σκληρή αλήθεια δε μπορούσε ν&#8217; αλλάξει με καμιά φαντασίωση, αλλά τα συναισθήματα και το άγχος που δημιουργούσε το ψέμα πήγαιναν ίσια στον πραγματικό Στάθη και τον τυραννούσαν. Θαύμαζα τη δύναμή του να ονειρεύεται, να φτιάχνει φανταστικούς κόσμους και να ζει μέσα σ&#8217; αυτούς, ενώ έμενε καρφωμένος στην καρέκλα του. Μια δύναμη που εγώ, έλεγα, δεν θα την είχα ποτέ.</p>
<p>Αναρωτιόμουν, τι εντύπωση θα μπορούσα να κάνω σ&#8217; αυτή την κοπελίτσα. Η φωτογραφία την έδειχνε όμορφη ή σωστότερα πολύ χαριτωμένη. Μακριά ξανθά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια, καθαρό σαγόνι, μυτούλα, ψηλός λαιμός και «&#8230;νοιώθω να υπερίπταμαι μετέωρη σ&#8217; ένα πελώριο γαλάζιο σύννεφο που δεν το ξέρω και το φοβάμαι, αλλά το αγαπώ&#8230;» Τώρα, μάλιστα. Δεν είχα καμιά σχέση με τα σύννεφα, τις αλληγορίες και τους ποιητικούς συμβολισμούς. Ο Στάθης είχε δίκιο, δεν ήμουν ενημερωμένος.</p>
<p>Αλλά κι αυτός γιατί «ενημερώθηκε»; Γιατί δεν είχε κάτι άλλο να κάνει, ακίνητος. Όσο τον ήξερα πριν το ατύχημα, ήταν σαν κι εμένα, μόνο το Δικέφαλο, την αθλητική εφημερίδα έπιανε στα χέρια του. Μετά άρχισε να καταβροχίζει βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες&#8230; Εγώ με το ζόρι μπήκα στη Νομική, γιατί γκρίνιαζαν οι δικοί μου κι ο αδερφός μου, ο άρχων της νύχτας. Αλλά ήταν πάντα οι μηχανές, τα γυμναστήρια, οι γκομενίτσες της Αγίας Σοφίας και των γύρω δρόμων. Και, για να τα λέμε όλα, ο ΠΑΟΚ, αλλά αυτό ύστερα από τ&#8217; άλλα.</p>
<p>Συγύρισα τη γκαρσονιέρα και εξαφάνισα όλα τα πιθανά ενοχοποιητικά στοιχεία: φωτογραφίες, δίσκους με αφιερώσεις, ενθύμια και δωράκια. Καταχώνιασα τα αστυνομικά που διάβαζα στο πατάρι, μαζί με τα πορνό περιοδικά και όσα πόστερ υποπτεύθηκα πως δεν ήταν καλού γούστου. Γιατί μπορεί να ήταν, λέει, αλλουνού το σπίτι, αλλά ήταν το δικό μου.</p>
<p>Η δισκοθήκη με έβαλε σε μπελάδες. Εξαφάνισα το Μαργαρίτη, τον Αγγελόπουλο και το Χριστοδουλόπουλο (το πατάρι φράκαρε&#8230;) και κουβάλησα δίσκους από ένα γνωστό μου φοιτητή της Αρχιτεκτονικής. Πήρα και όσα λογοτεχνικά βρήκα, ο τύπος ήταν στο Ρήγα Φεραίο και κουλτουριάρης.</p>
<p>Έβαλα σε μια βαλίτσα τα περισσότερα ρούχα μου και τη στρίμωξα κάτω από το κρεβάτι. Θέλοντας και μη βγήκα για ψώνια. Πήρα δυο τζιν παντελόνια, ένα άσπρο πουκάμισο και τρία μπλουζάκια, όλα κυριλέ, προς μεγάλη έκπληξη του αδερφού μου, ο οποίος ξηγήθηκε στο οικονομικό. «Θέλω να τη γνωρίσω αυτή την κοπέλα που σου ξεκρέμασε τα χαϊμαλιά!» μου φώναξε καθώς γκάζωνα τη μηχανή. Βιαζόμουνα, να προλάβω να σουλουπώσω και τα μαλλιά.</p>
<p>Καθώς έκανα όλες αυτές τις προετοιμασίες, η δυσφορία που ένοιωθα στην αρχή έγινε ανυπομονησία να γνωρίσω το κορίτσι που για χάρη του γινόντουσαν όλα αυτά. Και φαντάστηκα κάποια στιγμή πως δεν ήμουν ο Μιχάλης, αλλά ο Στάθης, ο φανταστικός Στάθης, που περίμενε την καλή του. «Αυτό θα με βοηθήσει να παίξω το ρόλο μου με φυσικότητα» σκέφτηκα.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Τρεις παρά  πέντε ρωτούσα στο σταθμό πότε φτάνει το τραίνο. «Έχει μιάμιση ώρα καθυστέρηση». Δεν είχα παρά να περιμένω. Το καφενείο είχε κλείσει, βγήκα και αγόρασα από ένα γέρο που διανυκτέρευε καφέ &#8211; κονσέρβα κι έκανα ατελείωτα σουλάτσα μπροστά στο σταθμό, στις αφετηρίες των αστικών και μέσα στη μεγάλη αίθουσα αναμονής, όπου κοιμόντουσαν δεκάδες τουρίστες, τυλιγμένοι στους υπνόσακους.</p>
<p>Μιάμιση ώρα δεν είναι τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα. Το τραίνο έφτασε. Την είχα αράξει στις σκάλες, για να αποκλείσω την περίπτωση να περάσει χωρίς να τη δω. Την αναγνώρισα αμέσως και η πρώτη σκέψη μου ήταν πως οι φωτογραφίες την αδικούσαν. Δίπλα της, κι αυτή μ&#8217; ένα σακ-βουαγιάζ στο χέρι, κατέβαινε τις σκάλες μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα. Κατέβηκαν. «Είμαι ο Στάθης» είπα. Η Έφη και η Μαρία. Είπαμε δυο τρεις κουβέντες για το ταξίδι και την καθυστέρηση. Στριμωχτήκαμε στη μηχανή και λίγο αργότερα είμαστε στη γκαρσονιέρα μου, δηλαδή στη γκαρσονιέρα του φίλου του Στάθη.</p>
<p>Σε γενικές γραμμές ήταν κάπως αμήχανες. Πραγματικά άβγαλτες. Τους έδειξα τα στοιχειώδη και κλείσαμε ραντεβού για το μεσημέρι.</p>
<p>Μου φάνηκε πως όλα έγιναν δυσανάλογα εύκολα και γρήγορα, σε σχέση με την ένταση της αναμονής. Όταν έφτασα στου αδερφού μου κόντευε να ξημερώσει. Τον ξύπνησα για να μπω και του εξήγησα πως η γκαρσονιέρα μου είχε παραχωρηθεί σ&#8217; ένα φίλο. «Σε ποιόν, ρε;» «Στο Στάθη» «Ποιο Στάθη;» «Άσε, δεν τον ξέρεις». Ο ύπνος με πήρε όταν είχε ξημερώσει για τα καλά κι έξω ακουγόντουσαν τα πρωινά λεωφορεία.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Ο Στάθης ήθελε να μάθει ένα σωρό λεπτομέρειες. Πως ήταν η φωνή της. Τι φορούσε. Αν τυχόν ήταν βαμμένη. Τι άρωμα είχε βάλει. Πως ήταν χτενισμένη. Το περίεργο ήταν πως τίποτε απ&#8217; όλα αυτά δεν είχε προσέξει. Θέλω να πω, πήρα μόνο τη γενική εντύπωση, χωρίς να μπορώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Υποσχέθηκα στο Στάθη πως θα του τα περιγράψω όλα αυτά στο επόμενο τηλεφώνημα, το βράδυ. Ήταν ανυπόμονος και νευρικός. «Μήπως είπες τίποτα άτσαλο;» «Όχι ρε συ» «Σίγουρα;» «Όχι ρε Στάθη, δεν αμόλυσα ούτε μια μαλακία!» Είχα εκνευριστεί κι εγώ. Έπεσε σιωπή. «Έλα, μ&#8217; ακούς;» «Ναι, λέγε» «Ας μείνουμε ήρεμοι. Κλείσε και ξαναπάρε το βράδυ». «Γεια» είπα και κατέβασα το ακουστικό.</p>
<p>Μα με θεωρούσε τόσο ηλίθιο; Είχα τσαντιστεί για τα καλά. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που μούβαζε τις φωνές, ήταν όμως η πρώτη που θύμωνα εγώ. Δεν πρόσεξα έναν γιωταχή που ερχόταν πίσω μου πατημένος και, καθώς φρενάρησα στο φανάρι της Καμάρας γιατί άναψε κόκκινο, παραλίγο να με μαζέψει. Ο προφυλακτήρας του ακούμπησε τη μηχανή, παραλίγο να πέσω στην άσφαλτο. Κατέβηκα, τη στήριξα και πριν προλάβει να αντιδράσει άνοιξα την πόρτα του, τον άρπαξα με τα δυο χέρια, τον έσυρα έξω και τον έστησα μπροστά μου. Ήταν ενάμιση κεφάλι πιο κοντός και γούρλωνε τα μάτια. «Ρ&#8217; άει στο διάολο» είπα στον εαυτό μου. «Ηρέμησε!» Τον παράτησα χωρίς να του πω κουβέντα κι έφυγα, ακριβώς την ώρα που άναβε το πράσινο. Περίεργο, αλλά αυτός ο παρ&#8217; ολίγο καυγάς με χαλάρωσε και, μπορώ να πω, μου έφτιαξε τη διάθεση.</p>
<p>Μία και πέντε χτυπούσα το κουδούνι του σπιτιού μου. Άνοιξε η Μαρία. Συμπαθητική κοπέλα. Η Έφη, λέει, ήταν στο μπάνιο. Καθίσαμε. Η ζέστη μου φάνηκε αφόρητη, σηκώθηκα σα νοικοκύρης και άνοιξα διάπλατα το παράθυρο. Μπορεί να ζεσταινόμουν παραπάνω, επειδή δεν ήξερα αν θα τα κατάφερνα στη συνέχεια.</p>
<p>«Θέλεις καφέ;» «Όχι, έχω πιει» «Τι σχολή είσαι;» «Ε&#8230; Αρχιτεκτονική» «Ωραία» «Ναι, ωραία&#8230;» Σιωπή. «Εσύ, Λύκειο;» «Ναι» «Τι τάξη;» «Δευτέρα» «Με τέτοια σωματική ανάπτυξη;» Νευρικό και αμήχανο γελάκι. Δαγκώθηκα. Ο Στάθης είχε δίκιο, όσο λιγότερα έλεγα, τόσο το καλύτερο. Εκείνη την ώρα βγήκε η Έφη από το μπάνιο, τυλιγμένη στη μεγάλη γαλάζια πετσέτα, με τα μαλλιά να στάζουν και τα πόδια γυμνά. Μου φάνηκε υπέροχη. «Γειά σου Στάθη. Μισό λεπτό, να ντυθώ». Γύρισε την πλάτη και ξαναμπήκε.</p>
<p>«Θέλετε βέβαια να δείτε τη Θεσσαλονίκη&#8230;» είπα στη Μαρία «Ναι» «Θα σας τη δείξω εγώ. Αν είχαμε αμάξι&#8230; Τρεις με τη μηχανή θα μας κάνουν τσακωτούς οι μπάτσοι&#8230;» «Α, εγώ θα πάω να δω τη Στέλλα, είναι ξαδέρφη μου. Θα είσαστε εσύ και η Έφη» «Μπράβο οι άβγαλτες!» σκέφτηκα.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Έπιασε το χέρι μου που ακουμπούσε στο παραπέτο του μπαλκονιού, έτσι ξαφνικά. Έπιασε, δεν είναι η σωστή λέξη. Άγγιξε, για λίγα δευτερόλεπτα, σε μια επαφή που με έκανε να ανατριχιάσω. Μετά μου χαμογέλασε και κατέβασε για λίγο το βλέμμα.</p>
<p>Βρισκόμασταν στ Αστέρια, στο Πανόραμα. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, γεγονός παράδοξο για την ώρα και το μήνα και η Σαλονίκη απλωνόταν μπροστά μας μακρόστενη και νωχελική. Τη σκέφτηκα από μόνος μου αυτή τη φράση, αλλά δίσταζα να την ξεστομίσω, μήπως κι ήταν αρλούμπα. Εκείνη τη στιγμή ήταν που άγγιξε με το χέρι της το δικό μου. «Στάθη&#8230;» «Ναι&#8230;» «Θέλω να σου πω πόσο σημαντικά ήταν για μένα τα γράμματά σου&#8230; πόσο μου άρεσε αυτή η ευαισθησία και η φλόγα που έχεις&#8230;» Ξεροκατάπια. «Βλέπεις κάτω τη Σαλονίκη» είπα για ν&#8217; αλλάξω κουβέντα «έτσι μακρόστενη και νωχελική που απλώνεται μπροστά μας&#8230;» «Ναι&#8230;» Ναι, αλλά εγώ δεν είχα άλλο να συνεχίσω και το έκοψα εκεί.</p>
<p>Τις λίγες ώρες που είμαστε μαζί, λίγα πράγματα είχαμε πει, δηλαδή αυτή μιλούσε κι εγώ άκουγα. Τα περισσότερα απ&#8217; αυτά τα ήξερα ήδη, από τα γράμματα που είχα διαβάσει. Μόνο όταν μου είπε ότι σκεφτόταν να οργανωθεί στο Ρήγα Φεραίο και μου ζήτησε τη γνώμη μου, δυσκολεύτηκα. Δε μπορούσα να της πω τη δική μου γνώμη, γιατί θα παρεξηγιόμασταν, ευτυχώς θυμήθηκα πως ο Στάθης τα θεωρούσε όλα αυτά «ενδιαφέροντα, χαριτωμένα και άχρηστα». Της το είπα λοιπόν και φάνηκε πως της άρεσε.</p>
<p>Να ήταν καμιά άλλη, η Τίνα παραδείγματος χάριν, πως θα κύλαγε η κουβέντα! Θα της έλεγα τα τελευταία σόκιν ανέκδοτα ή ακόμα καλύτερα θα της έλεγα για τη μηχανή προβολής που έχω στη γκαρσονιέρα μου και τις σπέσιαλ ταινίες που έφερε ένας φίλος από το Μόναχο&#8230; Σε λίγο θα ανεβαίναμε στη μηχανή, θα πηγαίναμε για ιδιωτική προβολή και μετά, χαμός!</p>
<p>Με την Έφη δε γινόταν, έτσι κι αλλιώς, ήταν του Στάθη. Αλλά εκτός από αυτό, τι να της έλεγα; Να προσπαθήσω περί διαγραμμάτου κομπλάριζα, γιατί θα έλεγα κοτσάνες και θα με καταλάβαινε. Να παίξω στην έδρα μου δε γινόταν, θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Έτσι έμενα να την κοιτάζω σιωπηλός και να την ακούω. Κι αυτή επανέλαβε την προηγούμενη κίνησή της. Αυτή τη φορά άφησε το λεπτό της χεράκι να ξεκουράζεται πάνω στο δικό μου.</p>
<p>Έπρεπε να μείνω κρύος, «γλυκός μεν, αλλά απαθής» όπως παρήγγειλε ο Στάθης. Σκεφτόμουν τι να βρω για να τραβήξω το χέρι μου. «Είσαι πολύ λιγόλογος, το αντίθετο από τα γράμματά σου&#8230; μ&#8217; αρέσει αυτό&#8230;» Χαμογέλασα αμήχανα. «Μου αρέσει να σε ακούω&#8230;» «Εγώ μιλάω πολύ&#8230; Αλλά πες μου κάτι για σένα&#8230;» «Τα βασικά τα ξέρεις&#8230;» «Όλα, όλα τα βασικά;» «Ε, ναι, όλα&#8230;» Χαμογέλασε πλατιά και τα πράσινα μάτια της έλαμψαν. Όλα &#8211; μα όλα- πήγαιναν κατά διαβόλου.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Βλέπαμε μια ταινία Γαλλική, δε θυμάμαι ποια. Της είχα δώσει την εφημερίδα με τα έργα και της είπα να διαλέξει αυτή, όπως κι έγινε.</p>
<p>Θερινό σινεμά, δροσιά, αγκαλίτσα&#8230; Νομίζω έχει ένα σχετικό τραγούδι ο Κηλαηδόνης. Χωρίς να καταλάβω πως έγινε, συνειδητοποίησα ότι τη φιλούσα γλυκά γλυκά. Τραβήχτηκα, με πολύ κόπο.</p>
<p>Καθίσαμε σ&#8217; ένα παγκάκι κοντά στο Μακεδονία Παλάς. Έγειρε πάνω μου, με αγκάλιασε και έφερε τα χείλη της στα δικά μου. Καταλάβαινα την παρασπονδία που έκανα στο Στάθη. Δεν ήμουν εκεί σα Μιχάλης, ήμουν ένας εκπρόσωπος, με συγκεκριμένη αποστολή και καθαρές εντολές. Έπρεπε να βγάλω πέρα μιαν άρρωστη ιστορία, που είχε όμως μεγάλη σημασία για το Στάθη. Κι εγώ εκμεταλλευόμουν το μύθο που είχε δημιουργήσει εκείνος και ζαχάρωνα&#8230; Ντράπηκα. Τι κι αν η κοπέλα ήταν μοναδική; Έπρεπε να πετύχω αυτοέλεγχο και να κοντρολάρω την κατάσταση, πριν γίνει καμιά στραβή&#8230;</p>
<p>«Τι έχεις, τι σκέφτεσαι;» «Τίποτα» «Κάτι σκέφτεσαι, αλλά άστο ότι κι αν είναι&#8230; έλα, φίλησέ με&#8230;» ένοιωσα ένα ρίγος να περνάει στη ραχοκοκαλιά μου, καθώς μου ψιθύρισε αυτές τις λεξούλες. Πρότεινε τα χειλάκια της, ο λαιμός της τεντωμένος, τα στήθη της κολλημένα πάνω μου, τα χέρια της δεμένα πίσω απ&#8217; το λαιμό μου&#8230; Ποιος αυτοέλεγχος μπορούσε να γίνει εκείνη την ώρα; Ακούμπησε, λαχανιάζοντας ελαφρά, το μάγουλό της στο δικό μου. «Είμαι ευτυχισμένη&#8230;» Περίμενε να πω κάτι. «Κι εγώ». Η συνέχεια ήταν αναπόφευκτη. «Σ&#8217; αγαπώ» «Κι εγώ».</p>
<p>Αισθανόμουν μαύρες τύψεις να με κυκλώνουν για το άσχημο παιγνίδι που έπαιζα, αλλά σιγά σιγά ανέβηκε μέσα μου κάτι σα ζέστη, κάτι σα θολούρα. Ξέχασα προς στιγμήν το Στάθη και τα βάσανά του και σκεφτόμουν πόσο απίστευτα όμορφη, πόσο εξαίσια ήταν η Έφη, και τι καλά που θα ήταν αν μπορούσα να τα φτιάξω μαζί της και να πηγαινοέρχομαι με τη μηχανή στην Αθήνα&#8230;</p>
<p>Μια ξαφνική σκέψη με πάγωσε: κι όταν καταλάβαινε, που ήταν σίγουρο, πως ήμουν κάλπικος, πως ήμουν κάποιος άλλος; Και μάλιστα εντελώς αντίθετος μ&#8217; αυτόν τον ανύπαρκτο άνθρωπο, που έπαιζα το ρόλο του; Δε θα έφευγε τότε; Δε θ&#8217; απογοητευόταν, δε θα πληγωνόταν; Ήταν φως φανάρι πως της άρεσα, αλλά δεν της άρεσα εγώ, ο Μιχάλης, αλλά ένας άλλος, βγαλμένος μέσα από ένα σκηνικό ξένο, φορτωμένος με μια μυθολογία που δεν μου ανήκε. Σε λίγο θα καταλάβαινε πως δεν ήξερα να μιλάω, πως δεν ήξερα τίποτα για μουσική, ζωγραφική, κουλτούρα, ιστορίες. Άλλο μήκος κύματος&#8230; Τότε θα έφευγε αηδιασμένη και δε θα μπορούσα να την κρατήσω με τίποτα.</p>
<p>Κι ο Στάθης; Μήπως θα μπορούσε να τα βρει με το Στάθη; Τον πραγματικό Στάθη. Όσο το σκεφτόμουν, δεν το έβρισκα απίθανο: Μετά την πρώτη έκπληξη, η συμπάθεια, ο θαυμασμός και, ίσως ίσως, ο έρωτας.</p>
<p>Φαίνεται αδιανόητο, αλλά, έτσι κι αλλιώς, εκείνο το βράδυ είχα χάσει τα μυαλά μου. Με πλημμύρισε μια κακιά ζήλεια, ένοχη και βουβή. Αυτός, ανάπηρος, είχε περισσότερες πιθανότητες από μένα για την καρδιά της Έφης&#8230;</p>
<p>«Είσαι τόσο αληθινός, τόσο αληθινός&#8230;» Τα χειλάκια της έπαιζαν στο δεξί μου αυτί. Παραλίγο να βάλω τις φωνές ή τα κλάματα. «Θεέ μου, απόψε και αύριο&#8230; Πως θα περάσουν οι ώρες, να φύγει, να γλιτώσω;» Ξαναζήτησε τα χείλη μου και σφίχτηκε πάνω μου δυνατά. Τα ξέχασα όλα  και βυθίστηκα.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Την άφησα στη γκαρσονιέρα, περασμένες τρεις. Ήθελε να μείνω μαζί της, αλλά δεν τόλμησε να το πει κι εγώ έκανα τον κουτό. Όταν έμεινα μόνος ανάσανα βαθιά. Η μυρωδιά της είχε μείνει πάνω μου και με ζάλιζε. Πήγα στου αδερφού μου να κοιμηθώ και τηλεφώνησα από εκεί στο Στάθη, όπως είχαμε συμφωνήσει. «Δε λέει και πολλά πράγματα&#8230;» «Α, έτσι&#8230;» «Ναι, τίποτα το σπουδαίο δηλαδή&#8230;» «Τόσο το καλύτερο. Πώς τα πήγες;» «Καλά μωρέ, αλλά βαρετά&#8230;» «Δηλαδή;» «Τη γύρισα εδώ κι εκεί, πήγαμε σινεμά, αυτά&#8230;» «Τι άλλο;» «Τι άλλο; Τίποτα&#8230;» Σιωπή. «Δεν τσιμπάει;» «Ξέρω γω; Πάντως δεν το δείχνει&#8230;» «Α&#8230;» Έκλεισα το τηλέφωνο κατακόκκινος από ντροπή.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Θυμάμαι απ&#8217; το γυμνάσιο. Μας εξηγούσε η δεσποινίς Αικατερίνη Ασλανίδου, μια συμπαθέστατη γεροντοκόρη, τι γινόταν στις αρχαίες τραγωδίες όταν όλα πήγαιναν για φούντο: έβγαινε λέει στη σκηνή ένας ηθοποιός κρεμασμένος από ένα μαραφέτι, θεός δήθεν, και έδινε τη λύση. Ο από μηχανής θεός. Κι ο κόμπος λυνόταν.</p>
<p>Καθόμαστε στο μπαλκόνι του Τότη και τρώγαμε παγωτό. Κανονικά, σε τρεις ώρες θα έφευγε. Τα είχε καταφέρει όμως, δεν ξέρω πως και θα έμενε άλλο ένα βράδυ στη Θεσσαλονίκη. Η μέρα είχε περάσει σχεδόν ανώδυνα, γιατί φάγαμε τη μέρα να πάμε για μπάνιο στο Νέο Μαρμαρά  και να γυρίσουμε. Τριβόταν πάνω μου συνεχώς, αλλά είχα καταφέρει να κρατήσω την ψυχραιμία μου, με τη βοήθεια της θάλασσας και του ήλιου. Φοβόμουν το βράδυ, που είχε κιόλας φτάσει, φοβόμουν και την Έφη γιατί όσο με συνήθιζε γινόταν όλο και πιο τολμηρή.</p>
<p>Λέγαμε διάφορα. Δηλαδή αυτή μιλούσε συνέχεια και σταματούσε μονάχα για να φιληθούμε. Ήταν χαρούμενη, λαμπερή, πανέμορφη. Κι εγώ είχα τις μαύρες μου, γιατί το μέλλον έμοιαζε σκοτεινό.</p>
<p>Ξαφνικά ένα δάχτυλο χτύπησε στον ώμο μου και είδα την Έφη να απορεί. Έστρεψα και αντίκρισα τη Μιμίκα, Σαλονικιά φίλη και συμφοιτήτρια. «Γεια σου Μιχαλάκη, τι μου γίνεσαι; Δεν έφυγες ακόμα διακοπές;» Δεν έβγαλα τσιμουδιά. «Το πέρασες το Αστικό Δίκαιο;» «Όχι» «Είναι το μεγαλύτερο αγγούρι της Νομικής! Εμένα, που να σε λέω, με έκοψε πάλι με τέσσερα ο ηλίθιος&#8230;» &#8220;&#8230;&#8221; «Γεια σου τώρα, με περιμένουν&#8230; Πάρε κανένα τηλέφωνο καημένε, σε χάσαμε&#8230;» Η Μιμίκα, ο από μηχανής θεός, έφυγε από το μπαλκόνι του Τότη.</p>
<p>Το πράγμα δεν έπαιρνε μπάλωμα. Αναγκάστηκα να εξηγήσω τα πάντα στην Έφη, που έπεσε από τα σύννεφα. Τα πάντα, εκτός από το ότι ήμουν τρελά ερωτευμένος με τα πράσινα μάτια της και τα κοραλλένια της χειλάκια.</p>
<p>Ταράχτηκε. Η ανάσα της έγινε γρήγορη, τα χείλη της έτρεμαν. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της. Την κοιτούσα ακίνητος, ζεματισμένος. Πέρασε πολλή ώρα μέχρι να μιλήσει. «Πόσα χρόνια είναι ο Στάθης έτσι;» «Πέντε» «Που μένει;» «Στη Νέα Κρήνη» «Θέλω να με πας».</p>
<p align="center">*</p>
<p>Ο Στάθης δε δεχόταν με τίποτα. «Δε θέλω να με δει, το καταλαβαίνεις;» «Μα επιμένει&#8230;» «Δε με νοιάζει αν επιμένει! Μη τολμήσεις και τη φέρεις εδώ, γιατί θα&#8230;» Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να τελειώσει τη φράση του.</p>
<p>Η Έφη, δίπλα, παρακολουθούσε. Ήταν ξαφνικά σιωπηλή και χλωμή. Κάτι είχε ραγίσει στην εύπιστη καρδούλα της. «Δε θέλει» «Μα γιατί;» Αναστέναξα. «Γιατί&#8230;» Πώς να της δώσω να καταλάβει; «Πάμε να καθίσουμε». Με ακολούθησε.</p>
<p>Ανακάτευα με το κουταλάκι τα υπολείμματα του παγωτού. «Κι εσύ;» «Τι εγώ;» «Αυτά που μου είπες&#8230;» «Καταλαβαίνεις, εκείνη την ώρα ήμουν άλλος&#8230;» «Φυσικά» «Ήμουν σε δύσκολη θέση&#8230;» «Βέβαια, σε πολύ δύσκολη θέση&#8230;» Πήρε μια σκληρή έκφραση, που δε μπορούσα να φανταστώ. «Με δούλεψες κανονικά&#8230;» «Μα όχι&#8230;» «Επωφελήθηκες από αυτό το ψέμα για να μου πουλήσεις έρωτα! Είσαι παλιάνθρωπος, ψεύτης, σιχαμένος!» Έβαλε τα κλάματα, γίναμε θέαμα. Πήγα να πω κάτι «η φιλία&#8230;» να τα μπαλώσω, αλλά δεν άκουγε τίποτα. Φύγαμε από του Τότη. «Είμαι εντελώς ηλίθιος» έλεγα στον εαυτό μου, αφού εκείνη δε με άκουγε. «Με τη βλακεία μου κατάστρεψα και τις τελευταίες ελπίδες να την κερδίσω».</p>
<p>Μόλις την άφησα στην Τριανδρία, να μαζέψει τα πράγματά της και κείνη κατέβηκε από τη μηχανή και έτρεξε προς την είσοδο της οικοδομής χωρίς να με αποχαιρετίσει, συνήλθα. Έστριψα και έφυγα με χίλια για τη Νέα Κρήνη.</p>
<p align="center">*</p>
<p>Έπινα με σιγανές γουλιές το νεσκαφέ που ετοίμασε η κυρά Ξένη. Έξω ψιλόβρεχε, εκείνο το μιρ μιρ της Θεσσαλονίκης το φθινόπωρο. Ο Στάθης είχε βάλει την καρέκλα κάθετα στο διάδρομο, μια έβλεπε εμένα και μια τη βροχή. Η μουσική του Ντιουκ Έλινγκτον πλημμύριζε το δωμάτιο. Τον άκουγα που σιγοτραγουδούσε τα λόγια, αλλά δεν καταλάβαινα και τον ρώτησα. «Περπατούσα και τραγουδούσα το μπλουζ&#8230;» Χαμογέλασε. «Αγγλικά, τουλάχιστον, έπρεπε να έχεις μάθει, ρε συ!»</p>
<p>Ήταν η πρώτη φορά που μιλάγαμε κανονικά, μετά τα γεγονότα του Ιουλίου. Θυμήθηκα σε τι κατάσταση τον  βρήκα όταν έτρεξα καθυστερημένος από την Τριανδρία και ανατρίχιασα&#8230;</p>
<p>«Walking, walking and singing the blues&#8230; Ξέρεις Μιχάλη, προχθές πήρα γράμμα» Δε ρώτησα από ποιόν, κατάλαβα. Τον κοίταξα καλά καλά, ήταν απόλυτα ήρεμος. «Walking, walking and singing the blues&#8230; το ξαναβάζεις από την αρχή; Μου αρέσει πολύ αυτό το τραγουδάκι&#8230; Μου γράφει που λες πολύ ευγενικά, γεμάτη κατανόηση&#8230; Δε μου κρατάει, λέει, καμιά κακία και θέλει να συνεχίσουμε την όμορφη αλληλογραφία μας, σα να μη συνέβη τίποτα. Διάβολε, όλο και κάτι συνέβη!»</p>
<p>Έπαιζε ήσυχα το κομπολογάκι του με τις μεταλλικές χάντρες. «Σου στέλνει χαιρετισμούς και σου ζητά συγγνώμη για την άπρεπη συμπεριφορά της. Αναγνωρίζει πως φέρθηκε ανώριμα. Βλέπεις πόσο καλή και ευγενική είναι;» «Στάθη, θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι&#8230;» «Εντάξει, την είχες καψουρευτεί» «Το ήξερες;» «Ρε Μιχάλη, στα πόδια έχω το πρόβλημα, όχι στο μυαλό&#8230; Το κατάλαβα αμέσως, όταν μου αράδιαζες τα ψεματάκια σου στο τηλέφωνο&#8230; Σα να σε είχα μπροστά μου εκείνη την ώρα&#8230;» Σιωπή. «Υποθέτω πως σε ξέχεσε&#8230;» «Και πολύ μάλιστα&#8230; αλλά αυτό που το ξέρεις;» Ο Στάθης γέλασε. «Το αφήνει να εννοηθεί στο γράμμα της. Δε φαντάζομαι να είσαι ακόμα καψούρης;» «Όχι ρε συ!» «Ναι, καλά&#8230; Ας την είχες κοντά και σου έλεγα εγώ&#8230; Έχε υπόψη πάντως ότι τα έφτιαξε με κάποιον από το χορευτικό όμιλο&#8230; το αφήνει να εννοηθεί κι αυτό» «Ά&#8230;»</p>
<p>Γύρισα την κασέτα από την άλλη πλευρά. Ο Ντιούκ κάτι έλεγε στο κοινό. Ρώτησα. «Μαύρος, γλυκός κεραυνός&#8230; Ο κεραυνός της ζήλιας του Οθέλου για τη Δυσδαιμόνα. Οι πιο δύσκολες παρτίδες είναι οι παρτίδες που μπαίνει σα μπαλαντέρ η ζήλια, δηλαδή ο φόβος για την απώλεια του ονείρου&#8230; τότε δε μπορείς να ελέγξεις το πάθος και είσαι χαμένος&#8230; εκτός αν το ξεπεράσεις και να συνεχίσεις να ζεις» «Τέτοια λέει ο τύπος;» Ο Στάθης γέλασε με την καρδιά του.</p>
<p>Μπήκε η κυρά Ξένη χαμογελαστή, με το δίσκο της.</p>
<p style="text-align:right;">Σεπτέμβριος 1983</p>
Posted in Διηγήματα Tagged: Διηγήματα <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/96/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/96/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/96/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/96/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/96/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/96/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/96/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/96/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/96/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/96/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=96&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/01/walking-and-singing-the-blues/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>3</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Αχ!</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/26/ah/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/26/ah/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 25 Oct 2008 21:39:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Στίχοι]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=91</guid>
		<description><![CDATA[Αχ, 
τα σφυρά τα ηλιοψημένα 
οι κνήμες του μπρούντζου 
τα σκέλη που ξεπερνούν κατά τι την ορθή γωνία 
στην πίσω θέση της μηχανής.
 
Αχ, 
ο ήλιος κι ο αγέρας 
καθώς φιλάνε εναλλάξ, οι μόρτες, 
το φανερό και το ψευτοκρυμμένο 
στις παραβολές του κόρφου και της πυγής.
 
Αχ, 
τα μελένια βλέμματα 
οι ίσκιοι που πέφτουν ζευγαρωμένοι στα βότσαλα 
η κάψα στο μεσόφρυδο του μεσημεριού 
των χειλιών τ&#8217; αγγίγματα
αχ!
Posted in Στίχοι [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=91&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p align="center">Αχ, </p>
<p align="center">τα σφυρά τα ηλιοψημένα </p>
<p align="center">οι κνήμες του μπρούντζου </p>
<p align="center">τα σκέλη που ξεπερνούν κατά τι την ορθή γωνία </p>
<p align="center">στην πίσω θέση της μηχανής.</p>
<p align="center"> </p>
<p align="center">Αχ, </p>
<p align="center">ο ήλιος κι ο αγέρας </p>
<p align="center">καθώς φιλάνε εναλλάξ, οι μόρτες, </p>
<p align="center">το φανερό και το ψευτοκρυμμένο </p>
<p align="center">στις παραβολές του κόρφου και της πυγής.</p>
<p align="center"> </p>
<p align="center">Αχ, </p>
<p align="center">τα μελένια βλέμματα </p>
<p align="center">οι ίσκιοι που πέφτουν ζευγαρωμένοι στα βότσαλα </p>
<p align="center">η κάψα στο μεσόφρυδο του μεσημεριού </p>
<p align="center">των χειλιών τ&#8217; αγγίγματα</p>
<p align="center">αχ!</p>
Posted in Στίχοι  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/91/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/91/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/91/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/91/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/91/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/91/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/91/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/91/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/91/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/91/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=91&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/26/ah/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Δάμων ο Εθνικός</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/26/aris_alexandrou/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/26/aris_alexandrou/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 25 Oct 2008 21:35:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ποιητές και ποιήματα]]></category>
		<category><![CDATA[Άρης Αλεξάνδρου]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΔΑ]]></category>
		<category><![CDATA[Ιουλιανός]]></category>
		<category><![CDATA[Καβάφης]]></category>
		<category><![CDATA[ευθύτης οδών]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=89</guid>
		<description><![CDATA[Στην τρίτη του ποιητική συλλογή (Ευθύτης Οδών) ο Άρης Αλεξάνδρου έχει περιλάβει ορισμένα καβαφικά ποιήματα &#8211; καβαφικά με την έννοια ότι χρησιμοποιεί, με μεγάλη ελευθερία, πολλά στοιχεία της καβαφικής γραφής. Είναι ενδιαφέρον ότι υπάρχει κι ένα ποίημα με άμεση αναφορά στον Ιουλιανό &#8211; οι παλιότεροι φίλοι θυμούνται ίσως το κομμάτι για τον Καβάφη και τον [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=89&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p style="text-align:left;">Στην τρίτη του ποιητική συλλογή (<em>Ευθύτης Οδών</em>) ο Άρης Αλεξάνδρου έχει περιλάβει ορισμένα <em>καβαφικά</em> ποιήματα &#8211; <em>καβαφικά</em> με την έννοια ότι χρησιμοποιεί, με μεγάλη ελευθερία, πολλά στοιχεία της καβαφικής γραφής. Είναι ενδιαφέρον ότι υπάρχει κι ένα ποίημα με άμεση αναφορά στον Ιουλιανό &#8211; οι παλιότεροι φίλοι θυμούνται ίσως το κομμάτι <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/blog-post_09.html">για τον Καβάφη και τον άτυχο πρίγκιπα</a>. Το ποίημα του Αλεξάνδρου έχει τίτλο <em>Δάμων ο Εθνικός</em> (ο Δάμων είναι φανταστικό πρόσωπο) και είναι το εξής:</p>
<p><strong>Γυρίζοντας ο Δάμων στην πόλη της Κορίνθου<br />
βρήκε τους πρώην οπαδούς του Παραβάτη μουδιασμένους.<br />
Η Μάρθα η γυναίκα του τη νύχτα<br />
σηκώνοντας τα πόδια ευλαβικά<br />
(μην τύχει και ο ίσκιος τους πέσει στις άγιες εικόνες)<br />
είπε πνιχτά, σαν να ξομολογιόταν.</strong><br />
<strong>«Πρέπει να πας στον εφημέριό μας και να υποσχεθείς<br />
πως η καρδιά σου του λοιπού<br />
θα είναι ταπεινή &#8211; ως δρόσος επί χλόης.<span id="more-89"></span><br />
Δέχεται μου είπε να γίνω εγώ ο κομιστής της θεαρέστου αγγελίας».<br />
Όσο περνούν οι μέρες, υποπτεύεται ο Δάμων<br />
πως ο θυμός κ&#8217; η πορφυρή παράφορά του<br />
δεν έπεισαν τη Μάρθα.<br />
Όσο περνούν οι μήνες, όλο και βεβαιώνεται<br />
πως πήγε -στα κρυφά- σε κείνον τον τραγόπαπα.<br />
Σαν εθνικός θα πρέπει να ρωτήσει να εξακριβώσει να διαψεύσει.<br />
Θυμάται όμως νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του.<br />
Κ&#8217; εδώ οι πρώην οπαδοί του Παραβάτη<br />
αναθαρρήσαν ξεμουδιάζουν εμπορεύονται.<br />
Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χολοσκάμε τώρα;<br />
Κ&#8217; εξάλλου, στο κάτω κάτω της γραφής<br />
μήπως υποσχέθηκε ο ίδιος;</strong></p>
<p>*</p>
<p>Οι αναλογίες είναι προφανείς: ο αριστερός εξόριστος επιστρέφει από το νησί &#8211; η ζωή τον περιμένει και πάλι. Η γυναίκα του τον υποδέχεται, αλλά τον προτρέπει να πάει να δηλώσει τη μεταστροφή του. Παρ&#8217; όλο που τον επηρεάζει, αφού <em>σηκώνει τα πόδια ευλαβικά</em> κιόλας, αυτός αρνείται, θορυβωδώς: σιγά μην πάει να ξεφτιλιστεί στους μοναρχοφασίστες! Ωστόσο, η γυναίκα, που κάτι παραπάνω διαισθάνεται, δεν πείθεται &#8211; και (υποψιάζεται τώρα ο ιδεολόγος) αναλαμβάνει η ίδια τη δουλειά, για λογαριασμό του. Αυτός συγχύζεται, αλλά δεν τολμά να το ψάξει περισσότερο το θέμα &#8211; <em>νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του&#8230;</em> Από την άλλη όμως, οι παλιοί σύντροφοι ξαναβγήκαν στην πιάτσα &#8211; κάνουν για παράδειγμα την ΕΔΑ, κινούνται, ξαναβρίσκονται&#8230; Ο εξόριστος (πολύ φυσικό) θέλει να πάει εκεί, σ&#8217; αυτούς. Αλλά, αν οι υποψίες είναι αληθινές &#8211; αν η Μάρθα πράγματι πήγε και δήλωσε για λογαριασμό του, την επιστροφή του ασώτου στην αγκάλη της εθνικοφροσύνης; Το ξεπερνάει το δίλλημα: κι αν πήγε, αυτή πήγε, όχι ο ίδιος! Ο ίδιος μπορεί να ξανασμίξει με τους παλιούς συντρόφους του χωρίς βάρος στη συνείδησή του (κι ας κρατάει και μια πισινή, αδερφέ&#8230;)</p>
<p>Να πως επεξεργάστηκε την <em>καβαφική ειρωνεία</em> ο Αλεξάνδρου, στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του πενήντα, για τους ηττημένους κομμουνιστές και &#8230;<em>συνοδοιπόρους</em>. Και βέβαια, είναι ιδιαίτερα εύστοχη η επισήμανση της διαχρονικότητας του διλλήματος για τον ηττημένο που ελευθερώθηκε επιτέλους από τα δεσμά και δεν έχει πια διάθεση να επιστρέψει σ&#8217; αυτά -ούτε όμως και να <em>προσκυνήσει</em> κανέναν <em>τραγόπαπα&#8230;</em> Έχω τη γνώμη πως το ποίημα αυτό (όπως και τα -λίγα άλλωστε &#8211; υπόλοιπα <em>καβαφικά</em> του Αλεξάνδρου) πάει πιο πέρα από τη «μίμηση», είναι αυθεντική, καλή ποίηση. Ωστόσο, νομίζω πως άλλες είναι οι δυνατές στιγμές του ποιητή.</p>
<p>*</p>
<p>Μια μικρή ανθολογία του Άρη Αλεξάνδρου, εδώ:</p>
<p><a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/04/blog-post_19.html">http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/04/blog-post_19.html</a></p>
Posted in Ποιητές και ποιήματα Tagged: Άρης Αλεξάνδρου, ΕΔΑ, Ιουλιανός, Καβάφης, ευθύτης οδών <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/89/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/89/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/89/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/89/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/89/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/89/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/89/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/89/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/89/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/89/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=89&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/26/aris_alexandrou/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Αριάδνη</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/01/ariadne/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/01/ariadne/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 01 Oct 2008 08:28:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Διηγήματα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=85</guid>
		<description><![CDATA[Έπινα πάντα, από τον καιρό που ήμουνα πρωτοετής, εδώ και μια ντουζίνα χρόνια περίπου. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένες λεπτές διαφορές ανάμεσα στο τότε και στο τώρα της σχέσης μου με το αλκοόλ. Τότε έπινα μόνο με παρέα, συνήθως φτηνό κρασί, κονιάκ, ούζο και μπύρες, ακούγοντας Καζαντζίδη σε λαϊκά ταβερνεία και ατημέλητα φοιτητικά σπίτια. Το πιοτό συνοδευόταν [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=85&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Έπινα πάντα, από τον καιρό που ήμουνα πρωτοετής, εδώ και μια ντουζίνα χρόνια περίπου. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένες λεπτές διαφορές ανάμεσα στο τότε και στο τώρα της σχέσης μου με το αλκοόλ. Τότε έπινα μόνο με παρέα, συνήθως φτηνό κρασί, κονιάκ, ούζο και μπύρες, ακούγοντας Καζαντζίδη σε λαϊκά ταβερνεία και ατημέλητα φοιτητικά σπίτια. Το πιοτό συνοδευόταν από ατελείωτες συζητήσεις επί παντός επιστητού: Γυναίκες, πολιτική, μεταφυσικά, γυναίκες, ποδόσφαιρο, κινηματογράφος, τσόντες και γυναίκες. Όλα στις χαμηλότερες δυνατές τιμές αγοράς, με δανεικά αν αυτό ήταν εφικτό.</p>
<p>Στους παρόντες χρόνους βρίσκομαι σπάνια με παρέα κι έτσι συνήθισα να πίνω μόνος μου. Έμαθα πια να ξεχωρίζω τις ποικιλίες των κόκκινων κρασιών, τα μάλτ ουΐσκι, τις ανεπαίσθητες διαφορές στις βότκες και ό,τι διαφοροποιεί τις ελληνικές από τις τσέχικες μπύρες. Σημειώνω ότι μπορώ πλέον να πληρώνω αυτά τα ακριβά ποτά και να συνοδεύω την κατανάλωσή τους με Τσάρλυ Πάρκερ, Τελόνιους Μόνκ και Βασίλη Τσιτσάνη. Ενίοτε, με Μαρία Κάλλας &#8211; ταιριάζει θαυμάσια με το καλό αλκοόλ.</p>
<p><span id="more-85"></span><br />
Το πρόβλημα είναι πως όταν δεν έχει κανείς καλή παρέα για ποτό και κουβέντα οδηγείται στη βαρεμάρα ή το γράψιμο &#8230;πίνοντας. Η μετάπτωση από τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα με τα υπό διαπραγμάτευση θέματα ελαφρώς διαφοροποιημένα: Γυναίκες, ελληνισμός και Ορθοδοξία, γυναίκες, τραγούδια, ποδόσφαιρο, κινηματογράφος, κόμικς, γυναίκες, μπάσκετ, οικολογία, πληροφορική και γυναίκες. Δε γνωρίζω αν η αντικατάσταση της γοητείας της Φόρμουλα &#8211; 1 από τη γοητεία της Ιστορίας συνιστά θετική πνευματική εξέλιξη, στο κάτω κάτω εδώ δεν αποτιμώ, καταγράφω.</p>
<p>Αρκετά όμως με την εισαγωγή, παρατράβηξε. Ιδού η ιστορία που θέλω να σας αφηγηθώ.</p>
<p>* * *</p>
<p>Είχαμε ακόμα χειμώνα, αρχές Μαρτίου. Χτύπησε το κουδούνι και πήγα ξαφνιασμένος ν&#8217; ανοίξω, γιατί δεν περίμενα κανέναν εκείνο το βράδι. Στην πόρτα χαμογελούσε βρεγμένη μέχρι το κόκαλο η Αριάδνη, τουλάχιστον σαράντα μήνες μετά τον ιστορικό αποχαιρετισμό μας (διάβαζε: την απόλυσή μου &#8211; από την καρδιά και τα υπόλοιπά της) δίπλα στην Αχειροποίητο. Ξαφνιάστηκα, ένοιωσα ένα μούδιασμα στην πλάτη και χάρηκα, χτυπημένα στο σέηκερ με απορία και αστραπιαίες, αστήρικτες υποθέσεις εργασίας.</p>
<p>Τσάι με ρούμι για κείνην, να ζεσταθεί και να συνέλθει. Προς τιμήν της, στο πικάπ οι Μπλουζ Μπράδερς. Συμμάζεψα στοιχειωδώς τη γραφομηχανή μου και τις σκόρπιες σελίδες του υπό κατασκευήν αριστουργήματος μου &#8211; και την παρακολουθούσα να βολεύεται χαμογελώντας, με άνεση και χάρη, στο διθέσιο καναπέ. Παρένθεση, όσο αυτή τακτοποιείται: Η Αριάδνη υπήρξε ό,τι πιο εντυπωσιακό μου έχει συμβεί ποτέ. Ωστόσο πριν σαράντα μήνες ήμουν ακόμα πολύ φτωχός &#8211; και πολύ ξεροκέφαλος για να μπορέσω να την κρατήσω.</p>
<p>- Δεν περίμενα πως θα σε βρω, φανταζόμουν ότι θα είχες αλλάξει σπίτι &#8211; και δεν μπορούσα να βρω το τηλέφωνό σου πουθενά. Έχεις αλλάξει τη διακόσμηση;</p>
<p>Τρίχες. Πριν σαράντα μήνες δεν υπήρχε διακόσμηση &#8211; και το τηλέφωνό μου ήταν γραμμένο φαρδύ πλατύ στον τηλεφωνικό κατάλογο και στο Χρυσό Οδηγό, από τότε. Δεν έκανα κανένα σχόλιο, την άφησα να μιλάει ενώ έπινε το τσάι της και άπλωνε τις θαυμάσιες γάμπες της εγώ κι εκεί. Με πληροφόρησε πως παντρεύτηκε, πως χώρισε, πως κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο, πως ετοιμάζεται να βγει στην τηλεόραση και πως την έστειλε στη Θεσσαλονίκη το περιοδικό της για κάποιο (τάχαμ &#8211; δήθεν) ρεπορτάζ. Από αυτά που κάνουν κατά καιρούς οι Αθηναίοι για την πόλη μας &#8211; και τα διαβάζουμε εμείς γελώντας. Σκέφτηκε, λέει, πως θα μπορούσα εγώ να τη συνοδεύσω σε καινούρια και παλιά στέκια και, επίσης, πως θα μπορούσα να τη βοηθήσω με κάποιες ιδέες.</p>
<p>Ετοίμασα δυο κοκτέιλ δικής μου εμπνεύσεως, ικανά να φέρουν στο κέφι ακόμα και σεβάσμιο γέροντα μητροπολίτη &#8211; και σέρβιρα, απαντώντας θετικά στο αίτημά της. Η σύνθεση λεγόταν «κάτω στο γιαλό, στην άμμο». Σχολίασε θαυμαστικά και το ρούφηξε σε λίγα λεπτά. Τη ρώτησα αν συνάντησε κανένα γνωστό και μου είπε πως είδε τη Χρυσούλα &#8211; η οποία προφανώς την πληροφόρησε σχετικά με την αφεντιά μου. Έφτιαξα τα δεύτερα και προτίμησα Έλλα Φιντζέραλντ για τη συνέχεια.</p>
<p>Μιλήσαμε λίγο για το ραδιόφωνο και το περιοδικό της. Άρχισε να έχει ελαφρά δυσκολία στην εκφορά των λέξεων με πάνω από τρεις συλλαβές. Κάθισα δίπλα της στον καναπέ και άπλωσα το μακρύ μου χέρι. Ανταποκρίθηκε. Όταν τελείωσε η πρώτη πλευρά, γύρισε μόνη της το δίσκο από την άλλη, έσβησε το φως, άναψε το φωτιστικό του γραφείου και άρχισε να βγάζει ένα ένα τα ρούχα της, χορεύοντας αργά, δυό μέτρα από το γαλήνιο χαμόγελό μου. Έβγαλε και τα σκουλαρίκια της, κράτησε όμως τα κολλιέ, τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια. Έστρεψε το πρόσωπό της προς τον τοίχο, ακούμπησε γερά τις παλάμες της, σαράντα εκατοστά απόσταση από κάθε αυτί και περίμενε, ενώ η πυγή της χόρευε &#8211; σε τζαζ ρυθμούς.</p>
<p>* * *</p>
<p>Φόρεσα το παντελόνι μου και πήγα πάλι προς την κάβα -θεωρώ γελοίο να ετοιμάζει κανείς κοκτέιλ ξεβράκωτος. Αυτή τη φορά ετοίμασα τον «απολυθέντα Βαραβά» -σύνθεση που μου πήρε πάνω από εξάμηνο για να την τελειοποιήσω. Η Αριάδνη είχε βάλει το πουκάμισό μου, ανοιχτό μπροστά και κρατούσε τα χέρια δεμένα πίσω απ&#8217; το ξανθό της κεφάλι. Τα μάτια της κλειστά. Άφησα τα ποτήρια και πήρα τη φωτογραφική μηχανή. Ξαφνιάστηκε, αλλά άρχισε αμέσως να ποζάρει με χάρη και ύφος αποπλανηθέντος νυμφιδίου. Όταν τελείωσε το φίλμ ήρθε κοντά μου με ανανεωμένη διάθεση για παιχνίδια.</p>
<p>* * *</p>
<p>Παρόλο που το βήμα μου ήταν πια ασταθές ετοίμασα μακαρονάδα κι ένα πιάτο με εύγευστα τυριά. Η Αριάδνη ήθελε ένα «Βαραββά» ακόμα, εγώ προτίμησα να αποτελειώσω το κρασί που είχα ανοίξει για το δείπνο. Στη μέση του ποτηριού τάφτυσε και δήλωσε πως ή θα κοιμηθεί ή θα πεθάνει. Τη σήκωσα ως το κρεβάτι, την ξάπλωσα σα μωρό και τη σκέπασα. Έκλεισε τα μάτια και βούτηξε αμέσως στα βαθιά νερά του ύπνου &#8211; λήθαργου που κάνει ο μεθυσμένος.</p>
<p>Ήταν γοητευτική, σαν ξεπεσμένος άγγελος. Πήρα το φωτιστικό και έπαιξα λίγο με τις σκιές και τις λαμπερές εκτάσεις που έφτιαχνε το φως στο πρόσωπό της, στο μέτωπο και τα κλειστά της μάτια. Η καλώς εννοούμενη αξιοπρέπεια δεν μου επέτρεπε να πανηγυρίσω για την επιστροφή της ασώτου, ομολογώ όμως πως αισθανόμουν τη γλυκιά αίσθηση της δικαίωσης να κατεβαίνει και να χαϊδεύει τα κουρασμένα νεφρά μου. Σκεφτόμουν τη βέλτιστη σκηνοθεσία με την οποία θα ανταπέδιδα τα ίσα στη δεσποτική, κακομαθημένη, εγωπαθή, υστερική μοναχοκόρη που με είχε κάνει κουρέλι πριν σαράντα μήνες &#8211; και η οποία κοιμόταν ήσυχα ήσυχα στο κρεβάτι μου, μεθυσμένη από το δυνατό αλκοόλ και εξαντλημένη από τις αλλεπάλληλες συνουσίες.</p>
<p>Δε μπόρεσα να σκεφτώ κάτι πραγματικά κακό και δυνατό, τα παράτησα και πήγα προς τον καναπέ με δυο κουβέρτες υπό μάλης. Δεν ήταν βέβαια δυνατό να κοιμηθώ στο ίδιο στρώμα με αυτήν.</p>
<p>* * *</p>
<p>Το άλλο πρωί ήταν Σάββατο και κάθε Σάββατο στις έντεκα βρισκόμουν με τους άλλους για λίγο μπάσκετ στη ΧΑΝΘ. Την άφησα να κοιμάται και πήγα. Μετά τις χθεσινές κραιπάλες, η απόδοσή μου στο μονό ήταν για κλάματα, στο διάλειμμα όμως έμαθα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα: Ο άντρας της Χρυσούλας &#8211; φίλος, συμπότης και συμπαίχτης εδώ και άπειρα χρόνια &#8211; θεώρησε καλό να μου αναφέρει ότι «αυτή» βρισκόταν στην πόλη. Έκανα τον ανήξερο &#8211; μου είπε πως πριν μερικές βδομάδες είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, ότι ακόμα είχε τα χάλια της και ότι ρωτούσε επίμονα τη Χρυσούλα για μένα. «Από εμφάνιση, τι λέει;» ρώτησα. «Αρίστη!» ήταν η αβίαστη απάντηση του φίλου «θα έλεγε κανείς ότι είναι καλύτερη από ποτέ, έχει κάπως ωριμάσει, σου δίνει την αίσθηση ότι&#8230; γιατί γελάς ρε;» Του εξήγησα γιατί γελούσα και γέλασε κι εκείνος.</p>
<p>- Όσο για την απόπειρα αυτοκτονίας, φαντάζομαι πως έγινε με πεπόνι. Μην αυταπατάσαι, αυτές οι γυναίκες δεν αυτοκτονούν στην πραγματικότητα ποτέ&#8230; αμφιβάλλω αν πεθαίνουν κιόλας, σαν εμάς τους κοινούς θνητούς!<br />
- Τι να σου πω, την είδα πολύ πεσμένη ψυχολογικά&#8230;<br />
- Πως να μην είναι; Δεν έχει βρει ακόμα το επόμενο θύμα, μετά τον πρώην άντρα της και πλήττει η καημένη&#8230;<br />
- Μήπως είσαι εσύ το επόμενο θύμα;<br />
- Το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού&#8230; άστα τώρα αυτά, πάμε ένα -δέκα λεπτά ακόμα.<br />
- Καλά ρε άκαρδε, δεν τη λυπάσαι;<br />
- Όχι!</p>
<p>* * *</p>
<p>Τη λυπήθηκε εκείνος, τα φτιάξανε, χώρισε τη Χρυσούλα και την παντρεύτηκε. Από τότε τραβάει τα μαλλιά του &#8211; όποτε μπορεί να ξεφύγει για λίγο έρχεται να με βρει, σε κακή κατάσταση. Δε λέμε πολλά, του φτιάχνω ένα δυνατό «Βαραββά», αλλά φεύγει απαρηγόρητος &#8211; και αγκιστρωμένος με το αγκίστρι της Αριάδνης ως τα σπλάχνα. Πιο πολύ από τότε που γεννήθηκε ο μπέμπης, φτυστός ο πατέρας του, ο μαζόχας (πιστεύει, εγώ που τον είδα &#8211; μου φάνηκε πως μοιάζει σε μένα!)</p>
<p>Του έκοψε και το σαββατιάτικο μπάσκετ.</p>
<p>*</p>
<p>Το κομμάτι είναι του 1994 ή προγενέστερο.</p>
Posted in Διηγήματα Tagged: Διηγήματα <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/85/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/85/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/85/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/85/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/85/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/85/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/85/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/85/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/85/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/85/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=85&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/10/01/ariadne/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>11</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Σπανιόλα λόκα</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/28/intercity/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/28/intercity/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 28 Sep 2008 05:18:01 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μικρά θεατρικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=83</guid>
		<description><![CDATA[Έτσι ειμ&#8217; εγώ, ταξιδεύω από μέρος σε μέρος, δε μένω πουθενά πολύ καιρό. Τελευταία δούλευα στα Πυρηναία, στα σύνορα με τη Γαλλία, χιόνια &#8211; you know. Σερβιτόρα είμαι, σερβιτόρα&#8230; Μια εδώ, μια εκεί&#8230; δε μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος&#8230; Σε όλη την Ευρώπη έχω πάει, αλλά από Ασία μονάχα στην Ταϋλάνδη. Εκεί το [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=83&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Έτσι ειμ&#8217; εγώ, ταξιδεύω από μέρος σε μέρος, δε μένω πουθενά πολύ καιρό. Τελευταία δούλευα στα Πυρηναία, στα σύνορα με τη Γαλλία, χιόνια &#8211; you know. Σερβιτόρα είμαι, σερβιτόρα&#8230; Μια εδώ, μια εκεί&#8230; δε μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος&#8230; Σε όλη την Ευρώπη έχω πάει, αλλά από Ασία μονάχα στην Ταϋλάνδη. Εκεί το έκανα το τατουάζ, χαχαχα&#8230;</p>
<p>I know, μιλάω δυνατά και γελάω ακόμα πιο δυνατά&#8230; οι άνθρωποι με κοιτάνε περίεργα&#8230; Αλλά, πολύ σοβαροί δεν είναι; Να αυτές οι κυρίες πίσω, πολύ σοβαρές&#8230; δε γελάνε ποτέ; Μπα, εσύ δεν είσαι σοβαρός, είσαι ΟΚ, χαχαχα&#8230;<span id="more-83"></span></p>
<p>Κάνει κρύο, κι εγώ είμαι μ&#8217; αυτό το μπλουζάκι&#8230; ευτυχώς έχω το σάλι&#8230; σε πειράζει να βάλω τις κάλτσες μου; Γράθιας&#8230; Στην Ιμπίθα, έκανε ζέστη&#8230; you know, από την Ιμπίθα είμαι, εκεί είναι το σπίτι μου, η μαμά μου&#8230; πήγα και τους είδα&#8230; και τηλεφώνησε η φίλη μου από Σαλόνικα, μαζί δουλεύαμε στα Πυρηναία, you know &#8211; και μου λέει γιατί δεν έρχεσαι τώρα που δεν έχει δουλειά να περάσουμε μαζί καμιά δεκαριά μέρες; Θα γυρίσουμε σε διάφορα μέρη&#8230; όχι δεν τα ξέρω, δεν έχω ιδέα που θα πάμε, χαχαχα&#8230;</p>
<p>Αχ, γιατί να απαγορεύεται το τσιγάρο σ&#8217; αυτό το τραίνο, χαχαχα&#8230; καπνίζω πολύ&#8230; αυτά είναι ρουμάνικα τσιγάρα, μου τα έδωσε ένας φίλος από Ρουμανία και θυμήθηκα, η φίλη μου κάνει συλλογή από πακέτα, θα της το πάω&#8230; Αλλά πρέπει κάποτε να το κόψω, είναι όμως δύσκολο, you know&#8230; Πρέπει να σταματήσω να πίνω κιόλας, με είδες πριν, έπινα μπύρα&#8230; Είμαι πια είκοσι οχτώ, δεν είμαι κοριτσάκι, you know&#8230;</p>
<p>Όχι, σπάνια κλαίω&#8230; είμαι γελαστό παιδί, δε σκέφτομαι και πολύ&#8230; Για μένα έχει σημασία η<strong> </strong>ελευθερία<strong> </strong>και η ανεξαρτησία, όπως σ&#8217; όλες τις κοπέλες, you know, όχι ρομάντζα και λουλούδια και αηδίες&#8230; Μόνο μια φορά I was in love, πάνε τέσσερα χρόνια&#8230; αλλά αυτό κρατάει λίγο καιρό, έτσι δεν είναι;</p>
<p>Αχ, ωραία η μπύρα, thanks&#8230; αλλά κάποτε πρέπει να σταματήσω να πίνω&#8230; θέλω να κάνω κι ένα παιδί, in the future&#8230; με περιμένουν, μου είπε η Μάρθα, θα κάνουμε πάρτυ απόψε, you know, αλλά δεν ξέρω αν θα με κρατάνε τα πόδια μου γιατί το πρωί ταξίδεψα με τραίνο ως τη Μπαρθελόνα, μετά πήρα το αεροπλάνο για Ατένα και μετά τραίνο για Σαλόνικα&#8230; αλλά είμαι συνηθισμένη στα ταξίδια, you know&#8230;</p>
<p>Λες να προλάβω να καπνίσω το τσιγάρο στη Λαρίσα; Να πάω εκεί, ανάμεσα στα βαγόνια; Λες να με πετάξουν από το τραίνο; Θα τους πω πορφαβόρ, σπανιόλα λόκα είμαι, χαχαχα&#8230; Άσε, θα περιμένω τη Λαρίσα&#8230; Να πιούμε μια μπύρα ακόμα, τι λες;</p>
Posted in Μικρά θεατρικά  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/83/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/83/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/83/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/83/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/83/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/83/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/83/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/83/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/83/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/83/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=83&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/28/intercity/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>3</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Η Κοιλάδα με τα Νερά</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/20/the_valley/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/20/the_valley/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 20 Sep 2008 08:06:24 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Διηγήματα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=78</guid>
		<description><![CDATA[Με λένε Αχμέτ Λιόσα. Κάποτε ήμουν Αλβανός και ήμουν περήφανος γι&#8217; αυτό. Κάποτε ήμουν Μουσουλμάνος και ευτυχής που πίστευα στο Θεό. Κάποτε ήμουν καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων και απολάμβανα το παιγνίδι με τη γνώση, καθώς και τη συμμετοχή  μου σ&#8217; ένα κύκλο εκλεκτών.  Κάποτε ταξίδευα με τη γυναίκα και τα παιδιά μου στην [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=78&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Με λένε Αχμέτ Λιόσα. Κάποτε ήμουν Αλβανός και ήμουν περήφανος γι&#8217; αυτό. Κάποτε ήμουν Μουσουλμάνος και ευτυχής που πίστευα στο Θεό. Κάποτε ήμουν καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων και απολάμβανα το παιγνίδι με τη γνώση, καθώς και τη συμμετοχή  μου σ&#8217; ένα κύκλο εκλεκτών.  Κάποτε ταξίδευα με τη γυναίκα και τα παιδιά μου στην Ευρώπη και επέστρεφα, καμιά φορά μετά από μήνες, χαρούμενος στην ασφάλεια των ανθρώπων και του περιβάλλοντος που γνώριζα. Τώρα δεν υπάρχει Αλβανία κι αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο κακό. Τώρα δεν υπάρχει Θεός, κι αν υπάρχει δε θέλω να τον ξέρω. Δεν υπάρχει πια Φυσική, δεν υπάρχει γνώση, δεν υπάρχουν Τίρανα, δεν υπάρχει Ευρώπη. Δεν υπάρχουν πια η γυναίκα και τα παιδιά μου κι εγώ δεν έχω κανένα μέρος για να λαχταράω τη  επιστροφή μου. Το μόνο που έμεινε είναι αυτή η στενή Κοιλάδα με τα Νερά. Μια φυλακή στην πραγματικότητα, από την οποία δε μπορούμε να φύγουμε, γιατί έξω από αυτήν η ζωή είναι δραματική. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πρέπει να την υπερασπιζόμαστε κιόλας μέρα και νύχτα, με νύχια και με δόντια, από αυτούς που φτάνουν ως τα σύνορα της Κοιλάδας μας αναζητώντας το πολυτιμότερο στοιχείο για την επιβίωση, το νερό. Αυτό που απόμεινε σ&#8217; εμάς τους τυχερούς, αν έχει νόημα η λέξη, της Καταστροφής.<span id="more-78"></span></p>
<p>Δεν υπάρχει πια καθαρό νερό, σχεδόν πουθενά. Έχουμε ακούσει από αυτούς που φτάνουν ως εδώ ότι σε ολόκληρα τα Βαλκάνια έχει άλλα καμιά δεκαριά μικρά μέρη όλα κι όλα, όπως το δικό μας, με πόσιμο νερό. Τα ίδια στην Ιταλία, στην Κεντρική Ευρώπη, παντού. Όσοι έχουν επιβιώσει εκεί έξω πίνουν νερό από τα ποτάμια, μολυσμένο με ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Και πεθαίνουν σαν τις μύγες, γεγονός που επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, καθώς δεν υπάρχει πια κανένας που να ενδιαφέρεται για ο,τιδήποτε άλλο πέρα από την προσωπική του επιβίωση. Όσοι έχουν την υπομονή και τα μέσα να βράζουν το νερό πριν το πιούν, γλιτώνουν για λίγο από τις μολυσματικές ασθένειες, αλλά πώς να αποφύγουν τη ραδιενέργεια;</p>
<p>Η αλήθεια είναι ότι κι εμείς δεν ξέρουμε αν έχουν μολυνθεί με ραδιενέργεια τα χώματα και τα νερά μας. Προς το παρόν, τέσσερα χρόνια μετά, δεν έχουμε ακόμα ενδείξεις, δηλαδή καρκίνους, πέρα από το συνηθισμένο αριθμό για ένα πληθυσμό δέκα χιλιάδων ανθρώπων. Το σημαντικότερο, τα εκατόν δέκα παιδιά που γεννήθηκαν στο μεταξύ, ήταν απολύτως φυσιολογικά, εννοώ χωρίς δυσπλασίες. Ενώ έξω από την Κοιλάδα σπάνια γεννιέται φυσιολογικό μωρό, αλλά ακόμα και τότε έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει. Ορισμένοι είναι υπερβολικά αισιόδοξοι και φτιάχνουν θεωρίες ότι η σύσταση των πετρωμάτων στα γύρω βουνά απορρόφησε τη ραδιενέργεια και διάφορες παρόμοιες ανοησίες. Στην αρχή προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι δεν υπάρχουν κλειστές πόρτες για τη ραδιενέργεια, αλλά μετά σκέφτηκα ότι η ελπίδα, έστω και ψεύτικη, είναι εξαιρετικά σημαντική για την επιβίωση. Και συμφώνησα, ότι τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά της Κοιλάδας την προστατεύουν. Αμέσως κυκλοφόρησε σε όλους η χαρούμενη είδηση «ο καθηγητής είπε&#8230;»</p>
<p>Πριν την Καταστροφή στην κοιλάδα ζούσαν εικοσιπέντε χιλιάδες άνθρωποι, μοιρασμένοι στα έξι χωριά και τους εννιά οικισμούς. Δεν ήταν πλούσιο το μέρος, αλλά οι άνθρωποι τα κατάφερναν, καλλιεργώντας τη λίγη εύφορη γη και βόσκοντας τα κοπάδια τους στα γύρω βουνά. Σκέφτομαι πως αν είμαστε σήμερα εικοσιπέντε χιλιάδες, θα ήταν αδύνατο να τραφούμε. Αλλά, τις πρώτες μέρες, πολλοί έφυγαν θέλοντας να μάθουν για την τύχη των δικών τους που ζούσαν έξω από την Κοιλάδα και δεν επέστρεψαν ποτέ. Πολλοί χάθηκαν τα δύο πρώτα χρόνια, στις άγριες επιδρομές των απέξω, που ήθελαν το νερό, πριν οργανώσουμε αποτελεσματικά την άμυνά μας. Πολλοί δε μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις δυσκολίες της νέας κατάστασης και πέθαναν. Άλλοι αυτοκτόνησαν. Ακόμα και τώρα, δεν είναι λίγοι αυτοί που σηκώνονται και φεύγουν, παρόλο που δεν έχουν δει κανέναν να επιστρέφει. Το Συμβούλιο δεν τους εμποδίζει, με το σκεπτικό ότι αν μείνουν με το ζόρι, θα κάνουν περισσότερη ζημιά με τη γκρίνια τους, παρά καλό.</p>
<p>Ωστόσο, η κατάσταση έχει κάπως ισορροπήσει. Το τελευταίο τρίμηνο είχαμε τριάντα γέννες και μονάχα εικοσιέξι απώλειες κάθε είδους (φυσικοί θάνατοι, διαφυγές, ευθανασίες, νεκροί σε συμπλοκές με εισβολείς). Ήταν η πρώτη φορά που το ισοζύγιο ήταν θετικό, εδώ και τέσσερα χρόνια. Αλλά είναι εξαιρετικά εύκολο να ανατραπεί η σχέση, ανά πάσα στιγμή, και να επιτρέψουμε στα καταθλιπτικά δεδομένα των προηγούμενων τριμήνων.</p>
<p>Το Συμβούλιο που διοικεί την Κοιλάδα έχει καταλάβει ότι χρειάζεται να υπάρχει πάντοτε μια κρίσιμη μάζα πληθυσμού, που θα μπορεί να την υπερασπίζεται, αλλά πως τυχόν υπερβολική αύξηση θα είναι καταστροφική. Γι&#8217; αυτό παίρνει ορισμένα σκληρά μέτρα, τα οποία ωστόσο δέχονται όλοι: Κανένας απ&#8217; τους απέξω δεν έχει δικαίωμα να μπει στην Κοιλάδα, πολύ περισσότερο να μείνει σ&#8217; αυτή. Οι ανταλλαγές γίνονται αποκλειστικά στη Νεκρή Ζώνη. Καμιά οικογένεια δεν έχει το δικαίωμα να συντηρεί ανάπηρο άτομο, σωματικά ή πνευματικά ή κατάκοιτο υπέργηρο. Φυσικά, τα μη αρτιμελή βρέφη υφίστανται αμέσως ευθανασία. Και επειδή, λόγω των μεγάλων απωλειών σε νέους άντρες, πολλές νέες γυναίκες έμειναν δίχως σύντροφο, αποφασίστηκε η υποχρεωτική πολυγαμία. Δε χρειάστηκε να τονιστεί το «υποχρεωτική», γιατί όλοι, ακόμα και αυτοί που εξακολουθούν να επισκέπτονται τα τζαμιά και τις εκκλησίες των χωριών, αντιλαμβάνονται ότι χωρίς παιδιά η Κοιλάδα είναι καταδικασμένη.</p>
<p>Αν εξαιρέσει κανείς τις υποχρεώσεις της άμυνας, η οποία είναι η πρώτη μας έννοια και στην οποία συμμετέχουμε όλοι, άντρες και γυναίκες, όσοι μπορούμε να κρατήσουμε το καλάσνικοφ στο χέρι, ασχολούμαστε με την καλλιέργεια. Δεν υπάρχει σπιθαμή γης ακαλλιέργητη. Δεν υπάρχει ακάλυπτος χώρος, εκτός από τους δρόμους, σε ολόκληρη την Κοιλάδα, που μη φυτεύεται. Ούτε καν οι στέγες των σπιτιών. Το νερό μας σώζει. Αναγκαστήκαμε να καταργήσουμε την κτηνοτροφία, γιατί δεν υπάρχει πια η δυνατότητα εισαγωγής ζωοτροφών. Συντηρούμε μονάχα λίγα ζώα, για το γάλα των παιδιών. Αλλά η γεωργική παραγωγή είναι τόση που μας επιτρέπει την επιβίωση. Την τελευταία χρονιά μάλιστα μπορέσαμε να κρατήσουμε και απόθεμα, όσπρια κυρίως, στις αποθήκες.</p>
<p>Επειδή οι κάτοικοι της Κοιλάδας ήταν στην πλειοψηφία τους γεωργοί και κτηνοτρόφοι κατάφεραν να προσαρμοστούν σχετικά γρήγορα στις νέες συνθήκες: δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν υπάρχουν καύσιμα, κανένα αυτοκίνητο δε μπορεί να κινηθεί, οι καρότσες των αγροτικών είναι σπαρμένες με φασόλια και φακές. Δεν υπάρχουν πια  τηλέφωνα, ούτε κινητά ούτε σταθερά. Δεν υπάρχει πια τηλεόραση και ραδιόφωνο, ούτε τυπώνονται εφημερίδες. Δεν υπάρχει πια παγκόσμιος ιστός.</p>
<p>Είναι αδύνατον να ζήσουμε χωρίς τον έξω κόσμο, στη στενή μας φυλακή. Χρειαζόμαστε αυτά που δε μπορούμε να παράγουμε οι ίδιοι: όπλα και πυρομαχικά, πρώτα απ&#8217; όλα. Ρούχα και παπούτσια. Σκεύη για το μαγείρεμα. Καύσιμη ύλη, δηλαδή ξύλα και κάρβουνα. Τα στοιχειώδη έπιπλα, καρέκλες τραπέζια, κρεβάτια. Οικοδομικά υλικά. Εργαλεία για τις καλλιέργειες και για τα μαστορέματα και πολλά άλλα. Μας τα φέρνουν καραβάνια εξαθλιωμένων εμπόρων, που τριγυρίζουν εδώ και κει στις έρημες πόλεις και τα χωριά και μαζεύουν ό,τι χρήσιμο υπάρχει και μπορεί να μας ενδιαφέρει. Καμιά φορά κάνουν λάθη. Μια ομάδα κουβάλησε κάποτε ως εμάς έξι σάκους με βιβλία, από τα παλαιά, τα χάρτινα. Δεν τα θέλαμε, τελικά τα πήραμε για καύσιμη ύλη. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι λίγο άγραφο χαρτί και ξύλινα μολύβια. Κι αυτά όχι για τώρα, αλλά μπας και τα χρειαστούμε στο μέλλον. Αν υπάρξει μέλλον.</p>
<p>Στην αρχή είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με τους εμπόρους. Πολλές φορές, εκεί που παζαρεύαμε, τράβηξαν τα καλάσνικωφ και άνοιξαν πυρ ομαδόν, θέλοντας να βάλουν χέρι στα γκούμια με το νερό, που γυάλιζαν στην είσοδο της Κοιλάδας. Την πρώτη και την τρίτη φορά τα κατάφεραν, αλλά έκαναν το λάθος να μπουν μέσα στην Κοιλάδα, για πλιάτσικο. Δε γλίτωσε κανείς τους. Τώρα έχουμε οργανώσει καλά την άμυνά μας, με σκοπιές, περιπολίες αλλά και γερά συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια σε όλες τις διαβάσεις, ακόμα και στα μονοπάτια των βουνών. Κανείς δε μπορεί να περάσει μέσα. Βέβαια ούτε κι εμείς μπορούμε να βγούμε, χωρίς οδηγό. Το χειρότερο είναι ότι δε μπορούμε να σεργιανάμε στα βουνά, εξαιτίας των ναρκών. Αλλά, όπως έχουν έρθει τα πράγματα, το χειρότερο είναι μονάχα αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε: η εξόντωσή μας και η κατάληψη της Κοιλάδας των Νερών από τους απέξω.</p>
<p>Το νερό μας περισσεύει. Καλλιεργούμε και ποτίζουμε ολόκληρη την κοιλάδα, ακόμα και τα περβάζια των παραθύρων. Πουλάμε μεγάλες ποσότητες στους εμπόρους, που καταφθάνουν καθημερινά στη Νεκρή Ζώνη. Κρατάμε πάντοτε γεμάτες τις υπόγειες δεξαμενές που κατασκευάσαμε. Όλα τα πηγάδια της κοιλάδας, αυτά που υπήρχαν και αυτά που ανοίξαμε, είναι γεμάτα. Κι όμως, δεν έχουμε καμιά ένδειξη ότι τα νερά λιγοστεύουν. Αυτό έκανε μερικούς να σκεφτούν μήπως πρέπει να επιτρέψουμε στους απέξω να φτιάξουν μόνιμους καταυλισμούς και να τους τροφοδοτούμε εμείς με νερό, για τους ίδιους και για καλλιέργειες. Για να επιβιώσουν περισσότεροι άνθρωποι. Το συζητήσαμε και συμφωνήσαμε όλοι ότι θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για την Κοιλάδα, καθώς σε λίγο καιρό θα μαζευόντουσαν όλοι οι επιζήσαντες έξω από την πόρτα μας και το αποτέλεσμα θα ήταν να μην αντέξουμε την πίεση. Το αφήσαμε.</p>
<p>Η χειρότερη στιγμή μας ήταν στο τέλος της πρώτης χρονιάς, όταν ξέσπασε η εσωτερική διαμάχη, για το ποιος θα ελέγχει τους εισερχόμενους πόρους, δηλαδή τα προϊόντα που ανταλλάσσαμε με το νερό. Ως τότε την ευθύνη την είχαν οι παλιοί ιθύνοντες και ειδικά ο δήμαρχος της περιοχής. Οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν όταν διαπίστωσαν ότι τα περισσότερα υλικά και τα καλύτερα εργαλεία μοιράζονται κατά σύστημα στους εκλεκτούς του δημάρχου. Οι τελευταίοι απάντησαν δυναμικά, αλλά αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Τετρακόσιοι εξήντα νεκροί μέσα σε ένα απόγευμα. Όταν εξοντώθηκε ο δήμαρχος, τα παιδιά του  και οι φανατικοί υποστηρικτές του, δημιουργήθηκε το Συμβούλιο, που διοικεί την Κοιλάδα. Δεν υπάρχουν πια αδικίες μεταξύ μας. Όχι γιατί είμαστε όλοι οπλισμένοι, αυτό θα  μπορούσε κάλλιστα να μας οδηγήσει σε γενικευμένη αλληλοεξόντωση. Αλλά γιατί καταλάβαμε ότι η επιβίωση του καθενός και των δικών του εξαρτάται από την επιβίωση της Κοιλάδας. Και η επιβίωση της Κοιλάδας απαιτεί απόλυτη ισονομία μεταξύ μας. Είναι γελοίο, ίσως, αλλά χρειάστηκε να έρθει το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού για να το πετύχουμε. Κι αυτό αποκλειστικά μέσα στα ασφυκτικά όρια της Κοιλάδας και χάρη στο νερό.</p>
<p>Οι μεγαλύτεροι ζούμε σε μόνιμη κατάθλιψη. Αναλογιζόμαστε αυτά που χάσαμε. Αναλογιζόμαστε τον πολιτισμό μας, που χάθηκε στην άβυσσο. Αναλογιζόμαστε τους δικούς μας. Σκεφτόμαστε το μέλλον, που δεν υπάρχει. Οι νεότεροι φαίνονται καλύτερα προσαρμοσμένοι, αλλά μοιάζουν εντελώς διαφορετικοί. Δεν είναι παράξενο, είναι εντελώς διαφορετικός ο κόσμος που μεγαλώνουν.</p>
<p>Υπερασπιζόμαστε αποτελεσματικά την ύπαρξή μας, εδώ και τέσσερα χρόνια. Αλλά, τελευταία, βλέπω να έρχονται όλο και λιγότεροι έμποροι ως την είσοδο της Κοιλάδας, με όλο και λιγότερα εμπορεύματα. Ο έξω κόσμος φαίνεται να εξαντλείται. Μας μιλάνε για επιδημίες, που θερίζουν τους επιζήσαντες. Ζουν σαν τρωγλοδύτες, σκοτώνονται μεταξύ τους, πεθαίνουν από αρρώστιες και πείνα. Τι θα γίνει όταν δε θα υπάρχουν πια άνθρωποι για να ζητάνε το νερό μας, προσφέροντάς μας ό,τι έχουμε εμείς ανάγκη; Τι θα γίνει όταν εξαντληθούν τα αποθέματα που δημιουργούμε; Θα αναγκαστούμε να βγούμε εμείς έξω από την Κοιλάδα του Νερού. Και ως τώρα κανένας από αυτούς που βγήκαν δεν επέστρεψε.</p>
Posted in Διηγήματα  <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/78/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/78/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/78/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/78/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/78/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/78/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/78/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/78/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/78/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/78/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=78&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/20/the_valley/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>14</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Στη λοκάντα του μπάρμπα &#8211; Γκιουζέπε</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/11/locanda/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/11/locanda/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 11 Sep 2008 11:20:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μικρά θεατρικά]]></category>
		<category><![CDATA[Francesco Benedeti]]></category>
		<category><![CDATA[Ανδρέας Κάλβος]]></category>
		<category><![CDATA[Λεύκιος Ζαφειρίου]]></category>
		<category><![CDATA[καρβονάροι]]></category>
		<category><![CDATA[Mario Vitti]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=76</guid>
		<description><![CDATA[Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ&#8217; όλο το βασίλειο και σ&#8217; ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε&#8230; Δεν έφτανε ο πόλεμος και [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=76&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ&#8217; όλο το βασίλειο και σ&#8217; ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε&#8230; Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς &#8211; που κακιά ώρα να τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι&#8230; Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821 δεν τελείωσε&#8230; Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!</p>
<p>Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω&#8230; Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με τo κόκκινο σημάδι, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες&#8230; Άντε γεια σου&#8230;</p>
<p>Λοιπόν, εντιμότατε και ευγενέστατε φίλε μου, βλέπεις, απόψε πελατεία δεν έχουμε, ακόμα και οι μπεκρήδες της Τοσκάνης φοβήθηκαν τον καιρό. Αφού δεν έχει μεροκάματο, ας καθίσουμε κι εμείς οι παλιοί συμπολεμιστές να πιούμε ένα ποτηράκι σαν άνθρωποι&#8230; και να σου πω τα καθέκαστα, τι έγινε χθες το βράδυ δηλαδή.<span id="more-76"></span></p>
<p>Κάτσε, ντε&#8230; συλλογιέμαι από πού να ξεκινήσω&#8230; Ας ξεκινήσουμε καλύτερα μ&#8217; ένα ποτηράκι από το κοκκινέλι, είναι από το αμπέλι του Σαλβατόρε, του κουνιάδου μου. Αυτό το βαρέλι το κρατάω για την αφεντιά μου και για εκλεκτές προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας των πραματευτάδων καθώς ελόγου σου&#8230; χαχαχα&#8230; Μαριάννα, βρεγμένα ήταν τα κούτσουρα που έβαλες στο τζάκι; Μας φλόμωσε η κάπνα ρε παιδάκι μου&#8230; Κερνάς ταμπάκο; Ε, θα πάρω μια τσίκα, ο γιατρός μας ο ντοτόρε Μαντοβάνι, που τονε λέμε ντοτόρε Χάροντα, χαχα, μας κάνει κήρυγμα κάθε φορά να ρουφάμε πολύ ταμπάκο, κάνει καλό λέει στους χυμούς του οργανισμού, τους ραφινάρει. Τώρα τι σόι ραφινάρισμα κάνει, ο Θεός και η ψυχή του, αλλά τι να πω ο φτωχός, εγώ ένας αγράμματος γέρος είμαι, κι ας έχω την καλύτερη λοκάντα σ&#8217; ολάκερη την Τοσκάνη, υπακούω λοιπόν στις διαταγές του ντοτόρε του Χάροντα. Α, να και τα καρυδάκια με τις σταφίδες. Ο καλύτερος μεζές για το κρασάκι, συμφωνείς;</p>
<p>Λοιπόν, χθες το σούρουπο δεν έβρεχε με τα κανάτια όπως τώρα, αλλά έριχνε εκείνο το μπίρι μπίρι το σιγαλό, που σου τρυπάει τα κόκαλα και σου γανιάζει την ψυχή&#8230; Είχα εννιά ταξιδιώτες, ήταν και καμιά δεκαριά ντόπιοι και τα πίνανε, πιασμένα όλα τα τραπέζια μου, δόξα σοι ο Θεός&#8230; Ξέρεις τώρα, εγώ την άμαξα που έρχεται την καταλαβαίνω μια λεύγα μακριά, που λέει ο λόγος, μόλις στρίψει από το μοναστήρι της Σάντα Ντομένικα. Χθες όμως δεν κατάλαβα τίποτα, θες γιατί είχα ξεγνοιάσει πως άλλος μουστερής δε θα έρθει, θες η φασαρία που γινόταν εδώ μέσα &#8211; τραγουδάγανε κιόλας ο μαστρο &#8211; Φίλιππος με τον κάλφα του, τους ξέρεις, ε; ο νεαρός παίζει και μαντολίνο, όχι σαν κι εμένα βέβαια, αλλά εγώ που να προφτάσω, είχα δυο κότες στη σούβλα και στο τσουκάλι έβραζε το χοιρινό με τα σέλινα, τα κανάτια πηγαινοερχόντουσαν, έτρεχε η Μαριάννα, έτρεχε κι ο μικρός ο Τζίνο, ναι εκείνος με τα πεταχτά αυτιά, χαχα, μόλις ταχτοποίησε τα άλογα και τις άμαξες, μέχρι κι ο μαστρο &#8211; Νικόλας, ο καλός πεταλωτής, σηκωνόταν από την παρέα του και έβαζε ένα χέρι στο σερβίρισμα, να προλάβουμε να ταΐσουμε και να ποτίσουμε τόσον κόσμο&#8230; Αχ, από τότε που έχασα την Κουϊρίνα μου, ζοριζόμαστε όταν πλακώνει πολλή δουλειά&#8230; όχι ότι ήταν η γυναίκα μου, αλλά τέτοια λοκαντιέρα δεν υπήρχε σ&#8217; ολάκερη την Ιταλία! Η Μαριάννα, ε, καλή είναι, αλλά που να της παραβγεί&#8230;</p>
<p>Τι έλεγα; Α, ναι, για την άμαξα που έφτασε χθες το σούρουπο. Είχα γυρισμένη την πλάτη και γύριζα τη σούβλα με τις κότες, ξαφνικά εκεί που γινόταν τόσος ντόρος, απόλυτη ησυχία. Κι αμέσως κατόπι, φτάνει ως τον ιδρωμένο μου σβέρκο το αεράκι απέξω. Στρέφω, τι να δω; Μια σινιόρα, σινιορίνα μάλλον, στεκόταν στην πόρτα και πίσω της ένας μπάρμπας. Ψηλή, μελαχροινή, σπαθάτη&#8230; μ&#8217; ένα πρόσωπο που τέτοιο θα ήταν της Μαντόνας &#8211; συχώραμε Μαντόνα μου&#8230; Έκανε ένα βήμα, μπήκε κι ο μπάρμπας μέσα, έκλεισε την πόρτα. Τα ρούχα τους έσταζαν, στο χωματένιο μου πάτωμα έγινε μια μικρή λίμνη&#8230; Έριξα μια ματιά στην πελατεία &#8211; άλλος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι κοκαλωμένος, άλλος κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα, ο κάλφας του μαστρο &#8211; Φίλιππα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί ετοιμαζόταν να βγάλει μια κορώνα &#8211; αμόοοοορε μίο&#8230;- όταν ένοιξε η πόρτα.</p>
<p>Έβγαλα μια κραυγή, γιατί κάηκα, καθώς κρατούσα τη σούβλα και έτρεψα να δω, το χέρι μου πήγε προς τη φωτιά, χωρίς να το καταλάβω. Του έβαλα μετά κομπρέσα κρεμμυδόψωμο ποτισμένο με κρασί και το έδεσα, αλλά ακόμα με πονάει, το άτιμο&#8230;</p>
<p>Σιγά σιγά ξαναγύρισε η φασαρία στη λοκάντα, αλλά τώρα πιο σιγαλά, λες και φρόντιζαν όλοι να μην ενοχλήσουν την αριστοκράτισσα σενιορίνα. Κόπηκε και το τραγούδι και το μαντολίνο&#8230; Ο Τζίνο έτρεξε να νοιαστεί τα άλογα και την άμαξα, έκανα νόημα και ήρθε ο μαστρο -Νικόλας κι έπιασε τις κότες. Οι ντόπιοι συμπτύχθηκαν κι ελευθέρωσαν ένα τραπέζι, μπροστά στο τζάκι. Έτρεξα ως την πόρτα και μετά τους οδήγησα στο άδειο τραπέζι. Η σενιορίνα και ο μπάρμπας κάθισαν στα ξύλινα σκαμνιά, άκρη άκρη, όπως κάθονται οι αριστοκράτες όταν βρεθούν σε περιβάλλον λαϊκό, τα είδαν και μες τη λίγδα &#8211; είναι αλλιώς μαθημένοι, με τα μαξιλάρια τους, με τα λινά τραπεζομάντηλα&#8230; Φως φανάρι, ήταν έξω από τα νερά τους&#8230;</p>
<p>Η σινιορίνα με κοίταξε ίσα στα μάτια, αχ εκείνα τα ματόκλαδα, και κείνες οι λίμνες οι σκούρες και λαμπερές, αχ και να ήμουνα νέος και πλούσιος&#8230; και να μην είχα λογοδοθεί ακόμα με την Κουϊρίνα&#8230; και με ρώτησε με μια φωνή ανήσυχη αλλά και αποφασιστική, αν αυτή εδώ ήταν η λοκάντα του σινιόρ Γκιουζέπε Μπρατσιόλι, κι αν εγώ ήμουνα ο σινιόρ Γκιουζέπε. Μόλις το επιβεβαίωσα μου λέει: «Φέρτε φαγητό και κρασί για τον σινιόρ Σεμπαστιάνο και όταν βρείτε λίγο καιρό ελάτε γιατί θέλω να σας μιλήσω». Είχα μείνει στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ ένα πράγμα, αλλά είπα «εσείς είστε μούσκεμα, θα πουντιάσετε για τα καλά&#8230; δεν αλλάζετε πρώτα &#8211; και τα λέμε μετά;». Η σινιορίνα απάντησε πως δεν είχε μαζί της άλλα ρούχα. Γύρισα και φώναζα τη Μαριάννα &#8211; και σε ένα λεπτό η σινιορίνα Αλμπέρτα Ρινάλντι, έτσι τη λένε, ακολουθούσε την ξαφνιασμένη Μαριάννα στο γιατάκι της, εγώ έπιασα να μοιράζω κανάτες στα τραπέζια &#8211; και μία στο σενιόρ Σεμπαστιάνο που δεν είχε ανοίξει το στόμα του, αλλά την καλοδέχτηκε &#8211; ο μάστρο &#8211; Νικόλας έμεινε να γυρνάει τις κότες. «Καλύτερα πεταλωτής, παρά ταβερνιάρης, ε, μάστορα;» του φώναξα καθώς τον έβλεπα να ασκοφυσάει μπροστά στη φωτιά. Η λοκάντα σείστηκε από τα γέλια, τώρα που η σινιορίνα Ρινάλντι δεν ήταν μπροστά, ξαναβρήκαν όλοι τα χούγια και τα φυσικά τους. Το μαντολίνο ξανάρχισε να παίζει.</p>
<p>Είχα σκάσει από την περιέργεια, αλλά έπρεπε να περιμένω &#8211; δε μπορούσα να παρατήσω την πελατεία νηστική εκείνη την ώρα για να ταΐσω μιαν ώρα αρχύτερα την περιέργειά μου&#8230; Ήρθε ξανά, ντυμένη χωριατοπούλα αυτή τη φορά, χωρίς καπέλο, με τα μαύρα σγουρά μαλλιά στεγνωμένα και δεμένα πρόχειρα να φτάνουν ως τη μέση, ως και τη μπροστέλα της Μαριάννας φορούσε&#8230; κι ήταν, Μαντόνα μία, ακόμα ομορφότερη&#8230; αλλά, ας μη τα λέω αυτά και κολάζομαι, χήρος άνθρωπος&#8230;</p>
<p>Ε, ναι, μελαγχόλησα&#8230; Ένα τέτοιο όνειρο, σαν την Αλμπέρτα, ονειρευόμουνα όλη μου τη ζωή &#8211; επί Κουϊρίνας στα κρυφά, εννοείται&#8230; και το είδα αυτό το όνειρο ζωντανό τώρα που είμαι γέρος -σχεδόν &#8211; και φτωχός -σχεδόν, επίσης&#8230; Άντε, εβίβα, να συνεχίσω την ιστορία &#8211; ή μήπως νύσταξες και θέλεις να πας να πλαγιάσεις;</p>
<p>Α, έλεγα κι εγώ μήπως νύσταξες&#8230;</p>
<p style="text-align:center;">*</p>
<p>Οι ταξιδιώτες ανέβηκαν στις κάμαρές τους, οι μισοί ντόπιοι φύγαν, οι υπόλοιποι εξακολούθησαν να πίνουν &#8211; τους περιποιότανε η Μαριάννα. Ήρθε επιτέλους η ώρα να ακούσω τι ήθελε από μένα η σινιορίνα Αλμπέρτα. Αυτό που άκουσα, δεν το περίμενα: «Την πρωτομαγιά που μας πέρασε ήταν εδώ ένας ψηλός, γεροδεμένος νέος, ο Φραντσέσκο Μπενεντέτι. Έμεινε για τη νύχτα και, όπως μου είπαν, το πρωί σκοτώθηκε&#8230;». Η κοπέλα σταμάτησε να μιλάει. «Αν επιτρέπετε» είπα, «τι σας ήταν εσάς ο μακαρίτης;». Είδα τα χείλη της Αλμπέρτας να τρέμουν, και μια χοντρή στάλα δάκρυ φάνηκε στα μάτια της&#8230; Δαγκώθηκα. Η ανάμνηση του Φραντσέσκο με πόνεσε, σα να έβαζα ξανά το καμένο μου χέρι στη φωτιά&#8230; «Συχωρέστε με σινιορίνα, δεν ξαναρωτάω&#8230;» μουρμούρισα. «Τι θέλετε να σας πω;»</p>
<p>Η Αλμπέρτα σκούπισε τα μάτια της και είπε με σιγανή φωνή: «Πρώτα πρώτα αν είναι αλήθεια πως αυτοκτόνησε &#8211; ή μήπως τον σκότωσαν&#8230;». Απάντησα αμέσως: «Σας ορκίζομαι, σινιορίνα, σε ό,τι έχω ιερό, στο όνομα της γλυκιάς Μαντόνας, εκείνος ήταν που έδωσε τέλος στη ζωή του!». Η Αλμπέρτα έβγαλε έναν αναστεναγμό, χαμήλωσε τα μάτια και έκανε το σημείο του σταυρού. «Ο Θεός ας τον συγχωρήσει&#8230;» μουρμούρισε. Σήκωσε ξανά το κεφάλι, ήρεμη πλέον και μου είπε: «Σινιόρ Γκιουζέπε, ρωτήσατε πριν τι τον είχα τον Φραντσέσκο&#8230; Ήμαστε μαζί, στη Φλωρεντία, δυο χρόνια πάνε από τότε που&#8230; Ο Φραντσέσκο ήταν από οικογένεια πλούσια, μορφωμένος, ποιητής&#8230; ήταν όμως και καρμπονάρος, από τους αρχηγούς στη Φλωρεντία. Εκείνες τις μέρες, 16 με 21 Απριλίου, η αστυνομία αποφάσισε να τους συλλάβει και να τους εξοντώσει, είχε τα ονόματά τους, από προδοσία &#8211; και τους παρακολουθούσε από το Φλεβάρη κιόλας, όπως μου είπε ένας φίλος του Φραντσέσκο, ποιητής κι αυτός, ο Ανδρέας Κάλβος από το Τζάντε, τη μέρα που έφευγε εξόριστος για την Ελβετία&#8230;»</p>
<p>Η Αλμπέρτα σταμάτησε για λίγο, να βρει την ανάσα της και συνέχισε: «Μόλις άρχισαν οι συλλήψεις, ο Φραντσέσκο κατάλαβε τι τον περιμένει και πρόλαβε να εξαφανιστεί. Εμένα δε με συνάντησε πριν φύγει, άφησε όμως ένα μήνυμα στην αδερφή του, ότι θα επιστρέψει μόλις μπορέσει και πως με αγαπάει&#8230; Τους άλλους τους δίκασαν κιόλας, οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε θάνατο και περιμένουν μελλοθάνατοι, στα κάτεργα&#8230; Ο Ανδρέας ήταν τυχερός, επειδή είναι από το Τζάντε και έχει την Αγγλική υπηκοότητα&#8230; γι&#8217; αυτό προτίμησαν να τον εξορίσουν, παρά να μπλέξουν με τους Εγγλέζους&#8230; Για το Φραντσέσκο όμως, δεν ξέραμε τίποτα, αν ζει, αν πέθανε&#8230; Ώσπου χθες μόλις έμαθα από κάποιον στη Φλωρεντία ότι είχε αυτοκτονήσει την Πρωτομαγιά, για να μην τον συλλάβουν&#8230; Δεν ήθελε να μου πει που συνέβησαν αυτά, αλλά στο τέλος μου είπε για τη λοκάντα στην Πιστόγια, έξω από την πύλη της Λούκας&#8230; κατάφερα να πείσω τον σινιόρ Σεμπαστιάνο, είναι θείος μου ξέρετε, αδερφός της μητέρας μου, να ξεκινήσουμε αμέσως&#8230;»</p>
<p>Κοίταξα το σινιόρ Σεμπαστιάνο, που κούνησε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της ανηψιάς του, αλλά δεν είπε κουβέντα, ούτε τούτη τη φορά. Η Αλμπέρτα πήρε πάλι το λόγο και είπε, χωρίς να διστάσει: «Ήμουν σίγουρη ότι τον είχαν σκοτώσει, ίσως οι Αυστριακοί, σε κάποια από τις μάχες που έγιναν&#8230; Διάβαζα κάθε μέρα στις εφημερίδες τους καταλόγους των νεκρών καρμπονάρων, μήπως δω τ&#8217; όνομά του, αλλά μάταια&#8230; Τώρα ζητώ από εσάς, σας εξορκίζω στο όνομα της Μαντόνας, σινιόρ Γκιουζέπε, σας ικετεύω, σας φιλώ τα χέρια -να μου πείτε με κάθε λεπτομέρεια πως πέθανε και μετά, αν γνωρίζετε, να μου δείξετε τον τάφο του. Αλήθεια, τον έθαψαν;» Η φωνή της έσπασε, με τις τελευταίες λέξεις. «Ησυχάστε» της είπα, «εγώ ο ίδιος τον έθαψα. Θα σας πάω στον τάφο του αύριο το πρωί, μόλις φωτίσει». Η κοπέλα φάνηκε να ησυχάζει λίγο.</p>
<p>Δε μπόρεσα να μιλήσω αμέσως&#8230; είχα ταραχτεί πολύ &#8211; και τώρα ακόμα που μιλάμε οι δυο μας, καλέ μου φίλε, είμαι ταραγμένος&#8230; τέτοια νιάτα &#8211; τριανταπεντάρης ήτανε &#8211; τέτοια ομορφιά, τέτοια λαμπερή ζωή, όλα χαμένα άδικα, με μια σφαίρα&#8230; μας τελείωσε και το κρασί&#8230; Μαριάννα, φέρε μας ένα κανατάκι ακόμα&#8230; Αχ&#8230;</p>
<p style="text-align:center;">*</p>
<p>Όταν βρήκα την ισορροπία μου, άρχισα να εξιστορώ στην Αλμπέρτα και το σιωπηλό σινιόρ Σεμπαστιάνο: «Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ&#8217; αυτόν τον ταξιδιώτη. Έφτασε μ&#8217; ένα ψαρί άλογο που δε μπορούσε σχεδόν να το κουμαντάρει &#8211; αργότερα αποκαλύφτηκε πως το είχε αρπάξει από το χωριουδάκι του Σαν Μιγκέλε, τρεις λεύγες από δω. Ωστόσο είχε λεφτά, ένα πουγκί γεμάτο χρυσά βενέτικα&#8230; Κουβαλούσε όλο κι όλο δυο πέτσινες τσάντες, δεμένες μεταξύ τους, από ακριβό δέρμα και καλό τεχνίτη. Κι ήταν με το πουκάμισο&#8230;» Κοίταξα την Αλμπέρτα δισταχτικός: «Μη με παραξηγήσετε σινιορίνα, αλλά τόσα χρόνια σ&#8217; αυτή τη δουλειά, έχουνε δει πολλά τα μάτια μου&#8230; Στην αρχή νόμισα πως ήταν ληστής, αλλά δεν ταίριαζε&#8230; Μετά, είπα θα είναι κανένας αριστοκράτης φυγόδικος, θα σκότωσε την πεθερά του, με το συμπάθιο, και κρύβεται&#8230; Μετά είδα τις δυο πιστόλες που είχε περασμένες στη ζώνη, απομέσα από το πουκάμισο και &#8230;δεν είπα τίποτα, σκέφτηκα ας πάω με τα νερά του, ώσπου να φύγει και να πάει στην ευχή του Θεού&#8230; Ζήτησε φαΐ και μια κάμαρα, αυτά που έχουμε εδώ, δηλαδή&#8230;»</p>
<p>Θα με ρωτήσεις τώρα εσύ, γιατί δεν ειδοποίησες την αστυνομία μόλις τον είδες έτσι, αρματωμένο και -φως φανάρι!- φυγόδικο και μ&#8217; ένα άλογο που δεν ήταν δικό του; Ε, δε μου πήγαινε η καρδιά&#8230; Φοβόμουνα κιόλας, αλλά υπολόγιζα αν τυχόν με ρωτούσαν γιατί δεν τον μαρτύρησα να έλεγα πως με φοβέρισε με τις πιστόλες&#8230; Είπα, το λοιπόν, στη σινιορίνα Αλμπέρτα πως αν θέλει μπορούμε ν&#8217; ανεβούμε σ&#8217; εκείνη την κάμαρα, κατά τύχη ήταν άδεια χθες το βράδυ.</p>
<p>Πήρα που λες ένα λυχνάρι και μπήκα μπροστά, ακολουθούσαν η Αλμπέρτα και ο σινιόρ Σεμπαστιάνο. Φτάσαμε πάνω, είναι η κάμαρα η ακριανή, που το παραθύρι της βλέπει στην Ανατολή &#8211; την κρατάω πάντα τελευταία ή τη δίνω σε κανέναν μεγαλέμπορα &#8211; για να χρεώσω κι εγώ κάτι παραπάνω, εσάς τους μικρούς πραματευτάδες σας βάζω στις άλλες, χαχα&#8230; Αχ&#8230; Γύρισα το κλειδί και άνοιξα. Έκανα δυο βήματα προς τα μέσα, η Αλμπέρτα προχώρησε θαρρετά. «Εδώ ήταν» είπα. «Μόλις δείπνησε ανέβηκε και σε λίγο βγήκε στις σκάλες και με φώναξε. &#8211; Μπάρμπα Γκιουζέπε, μου είπε, με λένε Φραντσέσκο Μπενεντέτι, είμαι καρμπονάρος και με κυνηγάει η αστυνομία σε δύση και ανατολή. Αν με πιάσουν θα με στείλουν στην κρεμάλα ή θα σαπίσω στα κάτεργα&#8230; Αλλά δε θα με πιάσουν! Ως εδώ ήταν, το χάσαμε το παιχνίδι, τους έπιασαν όλους στη Φλωρεντία σαν τα ποντίκια στη φάκα, εγώ ξέφυγα και τρέχω δυο βδομάδες τώρα, αλλά το κυνηγητό θα τελειώσει&#8230; Ποιητές που έγιναν επαναστάτες, γιατί όχι; Δικαιοσύνη και σύνταγμα και δικαιώματα στους πολίτες και να ενωθεί η Ιταλία και να φύγουν από το κεφάλι μας οι Αυστριακοί, γιατί όχι; Αλλά φαίνεται πως άλλο η επανάσταση στο γραφείο και στο χαρτί και στις συγκεντρώσεις των Αδερφών όπου παρλάραμε μέχρι να πήξει το σάλιο στη στόμα μας και άλλο στους δρόμους &#8211; εκεί ζορίζουν τα πράγματα&#8230; Το άλογο που έφερα το πήρα από το χωριουδάκι πάνω στο δρόμο, το τρίτο που συναντάμε φεύγοντας αποδώ, με το χτιστό πηγάδι στην πλατεία. Εσύ θα κρατήσεις το πουγκί και θα φροντίσεις να με θάψεις, για να μη με φάνε τα σκυλιά &#8211; και το κυριότερο, θα κρατήσεις αυτές τις δυο τσάντες, αν δεν τις βουτήξει η αστυνομία δηλαδή, και θα τις παραδώσεις σε όποιον φτάσει ως εδώ και με αναζητάει&#8230; Πρόσεχε, έχουν μέσα ό,τι πιο πολύτιμο έχω&#8230; -Τι έχουν μέσα; ρώτησα με τα φίδια να με ζώνουν ολούθε κι ο Φραντσέσκο έβαλε τα γέλια, ένα γέλιο που με τρόμαξε&#8230; -Ποιήματα έχουν μέσα μπάρμπα &#8211; Γκιουζέπε, είπε, όλα τα ποιήματα που πρόφτασα να γράψω&#8230; Και μια τραγωδία ενός φίλου μου από το Τζάντε, ο Ιππίας του Ανδρέα Κάλβου, ελπίζω αυτός να είναι καλά και να γλιτώσει &#8211; ο Ανδρέας, όχι ο Ιππίας&#8230;»</p>
<p>Ο Φραντσέσκο γελούσε κι εγώ είχα παγώσει ολόκληρος&#8230; Ήθελα να τον παρακαλέσω να λυπηθεί τη ζωή του, αλλά τι να του πω, να περιμένει λίγο καιρό ακόμα ώσπου να τον κρεμάσουν; Σκέφτηκα να πω πως αν αυτοκτονήσει θα χάσει τον παράδεισο και την αιώνιο ζωή, αλλά ντράπηκα να ξεστομίσω τέτοιες ανοησίες εκείνη τη δύσκολη ώρα, ήμαρτον Μαντόνα μία, ελέησόν με τον αμαρτωλό&#8230; Τότε γυρίζει από το παράθυρο που κοιτούσε έξω την αστροφεγγιά και μου λέει χαμογελαστός: «Δε βιάζομαι κιόλας μπάρμπα Γκιουζέπε&#8230; θα το κάνω όταν τους δω να έρχονται. Γι&#8217; αυτό να πεις στην κοπέλα την κοκκινομάλλα αύριο το πρωί να μου ετοιμάσει ένα ζεστό μπάνιο, μη τύχει και πεθάνω άλουστος!»</p>
<p>Αυτές οι κουβέντες με καθησύχασαν κάπως και κατέβηκα κάτω. Μόλις κατέβηκα άκουσα φασαρία από τους στάβλους, τα άλογα ανήσυχα, άρπαξα ένα βατοκόφτη και έτρεξα να δω μήπως είχε μπει κάποιος κλέφτης. Όσο να ησυχάσουν τα ζώα, είχε γίνει το κακό&#8230; άκουσα τη Μαριάννα να τσιρίζει «πατρόνε, πατρόνε&#8230;» και έτρεξα&#8230; Αυτή η καημένη είχε ακούσει έναν δυνατό κρότο, σείστηκε λέει όλο το οίκημα, πάνω και κάτω πάτωμα, εγώ βέβαια δεν άκουσα τίποτα με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, η Μαριάννα δεν ήξερε από πού είχε έρθει, της φάνηκε όμως πως ακούστηκε από την άλλη μεριά του διαδρόμου, όπου ήταν η κάμαρα του Φραντσέσκο. Βγήκε τότε από το καμαράκι της και προχώρησε προς τα κει. Όσο προχωρούσε, τόσο της ερχόταν στη μύτη η αποπνιχτική μυρουδιά του μπαρουτιού, ώσπου ζύγωσε πολύ και η μυρουδιά δυνάμωνε&#8230; Χτύπησε την πόρτα, καμιά απάντηση. Έσπρωξε τότε και μπήκε, τρέμοντας από το φόβο&#8230; Το λυχνάρι ήταν αναμμένο κι έτσι μπόρεσε να τον δει, πεσμένο στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα&#8230; έσκυψε πάνω του και είδε πως είχε ανοιχτά τα μάτια και βογγούσε ελαφρά και έτρεμε ολόκληρος&#8230; όλο το κεφάλι του ήταν μεσ&#8217; στα αίματα και φαινόταν μια τεράστια πληγή στο αυτί, που είχε ανοίξει από τον πυροβολισμό&#8230; Η Μαριάννα έτρεξε να με ειδοποιήσει&#8230; ώσπου να την ακούσω από το στάβλο και να ανέβω είχε τελειώσει&#8230; Μπήκα με την ψυχή στο στόμα στην κάμαρα, αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα πια&#8230;</p>
<p>Τελείωσα την αφήγησή μου λέγοντας πως δεν τόλμησα να κρύψω τις τσάντες με τα ποιήματα από την αστυνομία&#8230; Ούτε τόλμησα να πω κουβέντα όταν τον άφησαν έτσι μέσα στην κάμαρα και έφυγαν, αφού μας ανάκριναν όλους, φυσικά&#8230; Ύστερα προσπάθησα να πείσω τον παπα &#8211; Εμμανουέλε να τον θάψουμε στο κοιμητήρι, αλλά αυτός δεν ήθελε ούτε ν&#8217; ακούσει: «Ακούς εκεί, και καρμπονάρος και κολασμένος από το ίδιο του το χέρι! Δεν ξέρεις ότι ο Άγιος Πατέρας, ο Πάπας, τους έχει αναθεματίσει επισήμως αυτούς τους άθλιους καρμπονάρους, τους άθεους, τους αντίχριστους&#8230; Θάψτον όπου θέλεις, πήγαινε και ρίξτον στο ρέμα που πετάμε τα σκουπίδια, αλλά μακριά από το κοιμητήριο των καλών δούλων του Θεού&#8230;». Τι να κάνω κι εγώ, τον έθαψα στη μικρή αυλή πίσω από το στάβλο&#8230;</p>
<p>Μόλις το άκουσε αυτό η Αλμπέρτα ξεσηκώθηκε, ήθελε να πάμε εκείνη την ώρα, μες τα άγρια μεσάνυχτα&#8230; Ευτυχώς η βροχή είχε σταματήσει, το αεράκι είχε κιόλας διώξει τα σύννεφα και είχε αστροφεγγιά. Έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε και χωρίς το λυχνάρι&#8230; Επειδή στην πίσω αυλή είναι το κοτέτσι, έφτιαξα ένα γερό φράχτη γύρω γύρω στον τάφο, έβαλα κι ένα ξύλινο σταυρό απάνω &#8211; ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται &#8211; ήμαρτον Μαντόνα μία&#8230;</p>
<p>Μόλις φτάσαμε, η Αλμπέρτα έτρεξε, αναμέρισε το φράχτη, γονάτισε μπροστά στο σταυρό, μοιρολογούσε μέσα στη νύχτα&#8230; Έκανα να πάω να τη σηκώσω αλλά ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κράτησε από το χέρι. «Άφησέ την&#8230;» είπε σιγανά, κι ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή του «άφησέ την να κλάψει, μη τυχόν και το ξεπεράσει&#8230;» Το ατσάλι στη φωνή του με ξάφνιασε, γύρισα και τον κοίταξα &#8211; τότε κατάλαβα πως δεν ήταν καθόλου μπάρμπας, αλλά ένας από εκείνους τους μεγάλους που τους βλέπουμε εμείς οι φτωχοί ταβερνιάρηδες και μας κόβονται τα ήπατα&#8230; «Το ήξερες&#8230;» μουρμούρισα. Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο στράβωσε λίγο τα χείλια, αλλά δεν άνοιξε κουβέντα μαζί μου. «Πήγαινε να πεις στη Μαριάννα να στεγνώσει γρήγορα τα ρούχα της σινιορίνας» είπε με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση. «Θα έρθουμε σε λίγο&#8230;» Η Αλμπέρτα έκλαιγε ακόμα και χτυπιόταν, την άκουγα ώσπου έφτασα στην πόρτα της λοκάντας&#8230;</p>
<p>Πράγματι, σε λίγη ώρα επέστρεψαν και οι δύο &#8211; και η Αλμπέρτα βρήκε στεγνά τα φορέματά της. Πως με ζάλισε το κρασάκι&#8230; έχει ένα ποτηράκι ακόμα, ας το πιούμε&#8230; σήμερα το πρωί που έφυγαν, η Αλμπέρτα με χαιρέτησε με ευχαριστίες &#8211; μου έδωσε κι ένα φιλί εδώ, στο μάγουλο&#8230; Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κοίταξε μ&#8217; εκείνο το ύφος που η Μαντόνα να σε φυλάει, σα να μου έλεγε κοίτα κακομοίρη μη λες κουβέντες αποδώ κι από κει&#8230; άφησε και μερικές δεκάρες και έφυγαν&#8230;</p>
<p>Κουράστηκες, καλέ μου φίλε; Κι εγώ&#8230; άντε, καληνύχτα.</p>
<p align="center">*</p>
<p><em>Τη βασική ιστορία τη βρήκα στο βιβλίο του <strong>Λεύκιου Ζαφειρίου</strong> </em><strong><em>- Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου</em></strong><em>, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004. Η αυτοκτονία του Φραντζέσκο Μπενεντέτι, φίλου και συντρόφου του Ανδρέα Κάλβου στην ποίηση και στην καρμποναρία, ήταν ένα μονάχα από τα πολλά δραματικά γεγονότα που συνέβησαν τότε. Όπως μας πληροφορεί ο <strong>Mario Vitti</strong>, για πολλά χρόνια οι φιλόλογοι θεωρούσαν τον </em><strong><em>Ιππία</em></strong><em> έργο του Μπενεντέτι και όχι του Κάλβου &#8211; μιας και βρέθηκε στα χαρτιά που είχε μαζί του ο πρώτος. Αληθινά είναι και τα ονόματα του Γκιουζέπε και της Μαριάννας, καθώς και οι τοποθεσίες που αναφέρονται. Τα υπόλοιπα, μην τα πάρετε τοις μετρητοίς.</em></p>
<img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/categories/zervaspanos.wordpress.com/76/" /> <img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/tags/zervaspanos.wordpress.com/76/" /> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/76/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/76/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/76/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/76/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/76/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/76/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/76/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/76/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/76/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/76/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=76&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/11/locanda/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Σε μια στοίβα καλαμιές</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/09/philosophy_in_three_songs/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/09/philosophy_in_three_songs/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 09 Sep 2008 15:36:13 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μουσικοί απόηχοι]]></category>
		<category><![CDATA[Άκης Πάνου]]></category>
		<category><![CDATA[Βασίλης Κουμπής]]></category>
		<category><![CDATA[Βασίλης Μαρινάτος]]></category>
		<category><![CDATA[Κώστας Γεωργουσόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Μητροπάνος]]></category>
		<category><![CDATA[Σπύρος Παπαβασιλείου]]></category>
		<category><![CDATA[Τάκης Μουσαφίρης]]></category>
		<category><![CDATA[ζεϊμπέκικο]]></category>
		<category><![CDATA[λαϊκό τραγούδι]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=68</guid>
		<description><![CDATA[Kαθώς οδηγούσα για τη δουλειά και άκουγα ένα CD με παλιά τραγούδια του Δημήτρη Μητροπάνου, αποφάσισα να γράψω ένα ποστ φιλοσοφικού περιεχομένου (sic!) για τρία ξεχωριστά, αλλά μάλλον άγνωστα ζεϊμπέκικα που υπήρχαν εκεί μέσα &#8211; και μου έφτιαξαν τη μέρα.
Πολλές φορές οι λαϊκοί δημιουργοί, συνθέτες και στιχουργοί, το «φιλοσοφούν» &#8211; και δίνουν τον καλύτερο εαυτό [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=68&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Kαθώς οδηγούσα για τη δουλειά και άκουγα ένα CD με παλιά τραγούδια του <strong>Δημήτρη Μητροπάνου</strong>, αποφάσισα να γράψω ένα ποστ φιλοσοφικού περιεχομένου (sic!) για τρία ξεχωριστά, αλλά μάλλον άγνωστα ζεϊμπέκικα που υπήρχαν εκεί μέσα &#8211; και μου έφτιαξαν τη μέρα.</p>
<p>Πολλές φορές οι λαϊκοί δημιουργοί, συνθέτες και στιχουργοί, το «φιλοσοφούν» &#8211; και δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Τότε τους ανεβάζει στα νέφη ο Διόνυσος και φλερτάρουν επίμονα με τη λέξη «αριστούργημα». Αυτό βέβαια σπανιότατα επιτυγχάνεται &#8211; ο μόνος που το κατάφερε ξανά και ξανά σε τέτοιου είδους τραγούδια, που καταπιάνονται με θέματα αυτοκατάφασης, οντολογικά ερωτήματα, υπαρξιακές αγωνίες, πρόσωπα και σχέσεις και άλλα δύσκολα, ήταν ο <strong>Άκης Πάνου</strong> (<em>το θολωμένο μου μυαλό, η ζωή μου όλη, τα όνειρα, ο τρελός</em> &#8211; και άλλα πολλά). <a href="http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/11/blog-post_08.html">Ο Άκης Πάνου</a> όμως, ήταν ο μεγαλύτερος λαϊκός δημιουργός στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα και, οπωσδήποτε, αποτελεί εξαίρεση.</p>
<p>*</p>
<p>Το πρώτο ζεϊμπέκικο είναι σε μουσική <strong>Σπύρου Παπαβασιλείου</strong> και στίχους <strong>Βασίλη Μαρινάτου</strong>.<span id="more-68"></span><br />
<strong>Ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο&#8230;</strong></p>
<p><strong>Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου</strong><strong><br />
ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο.</strong></p>
<p><strong>Ρεφραίν:</strong><strong><br />
Κλαίει απόψε η γειτονιά, μαζί με την καρδιά μου<br />
που είσαι αγάπη μου γλυκιά, να δεις τα δάκρυά μου.</strong></p>
<p><strong>Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, μία ψευτιά μεγάλη</strong><strong><br />
και το δικό σου βάσανο, να δω που θα με βγάλει&#8230;<br />
</strong><br />
Το τραγούδι ξεκινάει με γκολ από τα αποδυτήρια (η αρχική σπαραχτική δήλωση + ο εκπληκτικός στίχος <em>όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου</em>) όπου δηλώνεται με απόλυτη σαφήνεια και αξιοθαύμαστη δραματουργική πυκνότητα ότι:<br />
- η συγκεκριμένη ζωή (<em>η ζωή μου</em>) είναι δίχως νόημα, στο σύνολό της (<em>όλη</em>)<br />
- ως στερούμενη νοήματος γίνεται συγγενική (<em>ξαδέρφι</em>) με τον θάνατο, ο οποίος εξ υποθέσεως δεν έχει νόημα στην αντίληψη του λαϊκού ανθρώπου<br />
- μια τέτοια ζωή δεν είναι αξιοβίωτη (μια από τις κυρίαρχες ορίζουσες της λαϊκής αντίληψης, η οποία εκτιμά μόνο την αξιοβίωτη ζωή)</p>
<p>Είναι λοιπόν δικαιολογημένη η επίκληση του θανάτου, ο οποίος θα λυτρώσει τον υπερήφανο ήρωα του τραγουδιού (με τον οποίο ταυτίζεται ο ακροατής / χορευτής) από μια ζωή που δεν του αξίζει &#8211; άρα κι αυτός δεν τη θέλει.</p>
<p>Ως εδώ το ζεϊμπέκικο με τους στίχους, τη μελωδία του και τον δυναμικό του ρυθμό, που εκφράζει έξοχα την ανήσυχη εσωτερική κατάσταση του ήρωα, ξεδιπλώνεται με υποβλητικό, αριστουργηματικό τρόπο. Παρ&#8217; όλη τη μετριότατη ενορχήστρωση, όπου πίσω από το μπουζούκι ασχημονεί μια ενοχλητική ντραμς, αταίριαστη και παράταιρη (Βέβαια η φωνή και η ερμηνεία του Μητροπάνου ισοπεδώνει αυτή τη λεπτομέρεια&#8230;)</p>
<p>Ατυχώς, αμέσως μετά, καθώς ακούγονται το ρεφραίν και το δεύτερο κουπλέ, το τραγούδι πέφτει (σε νόημα). Εκεί που είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε μια συνέχεια αντάξια της εισαγωγής, ο στίχος γίνεται κοινότοπος και αφελής: όλη η φιλοσοφική / ψυχική διεργασία που είναι έτοιμη να οδηγήσει στην αβίαστη επιλογή του θανάτου ή σε μια δραματική ανατροπή, τελικά οφείλεται /καθρεφτίζεται / επεξηγείται σε μια &#8230;γκόμενα, που λείπει! (Να γιατί ο Άκης Πάνου, από τους στίχους του οποίου μάλλον εμπνεύστηκε ο στιχουργός, είναι ένας και μοναδικός&#8230;)</p>
<p>Έστω κι έτσι όμως, το ζεϊμπέκικο παραμένει πανέμορφο!</p>
<p>*</p>
<p>Το δεύτερο ζεϊμπέκικο είναι σε μουσική και στίχους του <strong>Τάκη Μουσαφίρη</strong>.</p>
<p><strong>Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα</strong><strong><br />
κι έβλεπα από την αρχή πως ξαναγεννήθηκα<br />
- πως ξαναγεννήθηκα.</strong></p>
<p><strong>Έβλεπα φωτιές στο δρόμο, έβλεπα παντού φωτιές</strong><strong><br />
πως καιγόνταν τα κορμιά μας, μέναν μόνο οι ψυχές<br />
και δεν είχαν ούτε πόνο, ούτε και λαβωματιές<br />
να ‘μενα στον Άλλον Κόσμο, να μην ξύπναγα ποτές.</strong></p>
<p><strong>Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα</strong><strong><br />
σαν με ξύπνησε η βροχή, αχ πόσο λυπήθηκα<br />
- αχ πόσο λυπήθηκα&#8230;<br />
</strong><br />
Εδώ ο στίχος μας υποβάλει εξαρχής την ιδέα ότι ο ήρωας είναι σε φάση φυγής, μακριά από τους ανθρώπους: <em>καλαμιές</em> στην πόλη δε βρίσκεις και μάλιστα σε τέτοιο μέρος που να μπορέσεις να κοιμηθείς πάνω <em>σε μια στοίβα</em>. Είναι λοιπόν κυριολεκτικά φευγάτος και κουρασμένος. Τι πιο φυσιολογικό από το να ονειρευτεί ότι ξαναγεννιέται, σ&#8217; έναν κόσμο (= τρόπο ύπαρξης) της αρεσκείας του.</p>
<p>Το όνειρο είναι εντυπωσιακά υποβλητικό: η άλλη ζωή πραγματώνεται μέσω της φωτιάς (το Ηρακλείτειον <em><strong>πυρ</strong></em>, σ&#8217; έναν αξιοπρόσεχτο αταβισμό!) Η φωτιά εξαφανίζει τα σώματα, δηλαδή τον υλικό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος μας υποχρεώνει να πονάμε και να υποφέρουμε. Και βέβαια, το παρανάλωμα γίνεται στο δρόμο, δηλαδή εντός της πόλεως, καθώς (μια ακόμα σύμπτωση!) ο λαϊκός στιχουργός ονειρεύεται έξω από την πόλη (στις <em>καλαμιές</em>) αλλά το όνειρό του εκτυλίσσεται εκεί που πραγματώνεται η ζωή &#8211; μέσα στην πόλη (<em>στο δρόμο</em>) Θεωρείται αυτονόητο πως <em>όπου κι αν πας, η πόλις θα σ&#8217; ακολουθεί</em>. Όποιος έχει αμφιβολίες για την ορθότητα αυτής της ερμηνείας, ας προσέξει πως ο στίχος μιλάει για <em>τα κορμιά μας</em>. Το ολοκαύτωμα λοιπόν αφορά πολλούς ανθρώπους (την πόλη) και όχι έναν μονάχα, για να μπορεί να επισυμβεί οπουδήποτε.</p>
<p>Ενώ θα περίμενε κανείς να αντικρίσει μια φρικιαστική εικόνα φλεγόμενης σάρκας, συνοδευόμενη από θρήνους και οιμωγές, αντ&#8217; αυτών προβάλει θριαμβευτικά και ανακουφιστικά το ζητούμενο: οι ψυχές επιβιώνουν και ο τρόπος ύπαρξης μεταφέρεται σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου δεν υπάρχει <em>ούτε πόνος, ούτε και λαβωματιές</em>. Η φιλοσοφική διάνοιξη του λαϊκού στιχουργού έχει το χαρακτηριστικό ότι αντιλαμβάνεται τον <em>Άλλο Κόσμο</em> σύμφωνα με την κλασσική ελληνική παράδοση (επιβίωση της ψυχής, απάθεια) και αγνοεί παντελώς τις χριστιανικές απόψεις περί παραδείσου &#8211; κολάσεως και αναστάσεως των ψυχών και των σωμάτων ημών!</p>
<p>Όπως και στο πρώτο τραγούδι, η ενθαδική ζωή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, επειδή δεν είναι αξιοβίωτη: <em>πόνος και λαβωματιές!</em> Υποδηλώνεται και εδώ η αντίληψη της διαχρονικής λαϊκής αντίληψης περί του <em><strong>ζην</strong></em>. Αντίθετα όμως με το πρώτο, αυτό το τραγούδι ολοκληρώνεται αριστουργηματικά: <em>η βροχή</em> δίνει τέλος στο όνειρο και ο ονειροβάτης επιστρέφει στη σκληρή πραγματικότητα του βίου. Λυπάται γι&#8217; αυτό, αλλά το αριστουργηματικό ρεφραίν επαναλαμβάνεται θριαμβικά, επιτελώντας με τον καλύτερο τρόπο την αποστολή του: το όνειρο δεν πήγε χαμένο, αφού λειτουργεί (και θα λειτουργεί ες αεί) ως <strong>παραμυθία</strong> και <strong>δυνατότητα</strong>, αλλά και ως <strong>διαφυγή</strong> και <strong>αποφόρτιση</strong> από τον παρόντα βίο. Ως σοφή ανθρώπινη παρέμβαση προκειμένου ο ενθαδικός τρόπος ύπαρξης να γίνεται υποφερτός και -γιατί όχι- ποιητικός ή με άλλα λόγια αξιοβίωτος, παρ&#8217; όλα τα βάσανά του. Αυτός άλλωστε δεν είναι ο λόγος που μας κάνει να λατρεύουμε τα λαϊκά τραγούδια, όπως και τις άλλες μορφές υψηλής (δηλαδή αυθεντικής) τέχνης;</p>
<p>*</p>
<p>Το τρίτο ζεϊμπέκικο με τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου είναι σε μουσική <strong>Βασίλη Κουμπή</strong> και στίχους <strong>Κώστα Γεωργουσόπουλου</strong> (ναι, δε διαβάσατε λάθος&#8230;)</p>
<p><strong>Όταν</strong> <strong>κλαίει ένας άντρας, ασ&#8217; την πόρτα σφαλιστή</strong><strong><br />
μην τρυπώσει ξένο μάτι, μεσ&#8217; την κάμαρη και δει.</strong></p>
<p><strong>Άναψέ του το τσιγάρο, κάτσε δίχως να μιλάς</strong><strong><br />
κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς.</strong></p>
<p><strong>Αν χτυπήσουνε οι φίλοι, δως τους τόπο να σταθούν</strong><strong><br />
πιάστε δυνατό τραγούδι, οι φωνές να σκεπαστούν.</strong></p>
<p><strong>Όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός</strong><strong><br />
κι αν ορφάνεψ&#8217; από φίλους, ξαγρυπνάει ο Θεός.</strong></p>
<p>Το τραγούδι αυτό, αν και με στίχους γραμμένους από έναν κλασσικό διανοούμενο, δεν έχει τις φιλοσοφικές φιλοδοξίες των άλλων δυο, αλλά είναι εξίσου ενδιαφέρον. Κατ΄ αρχήν δε δηλώνεται πουθενά <strong>ο λόγος</strong> για τον οποίο μπορεί να κλαίει ένας άντρας, πραγματώνεται δηλαδή μια αξιοπρόσεχτη γενίκευση. Δεν ξέρουμε το λόγο, αναγνωρίσουμε όμως ατόφιο το Ομηρικό <em><strong>κήδος</strong></em>: η διαφύλαξη της αντρικής αξιοπρέπειας παραμένει υψηλό ζητούμενο και για τη σύγχρονη λαϊκή αντίληψη των αξιών της ζωής.</p>
<p>Ο ήρωας θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να κλάψει και να σπαράξει, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ως αδιανόητη την πιθανότητα αυτό να συμβαίνει <strong>ενώπιον μαρτύρων</strong>. Το κλάμα και ο σπαραγμός αναγνωρίζονται ως αναπόφευκτες ανθρώπινες λειτουργίες &#8211; αδυναμίες, αλλά πάνω από αυτές, για πάρα πολλούς λόγους που δεν μας παίρνει ο χώρος να αναλύσουμε, αξιολογείται η δημόσια εικόνα του άντρα, η οποία έχει φιλοτεχνηθεί με κόπο και συνέπεια και είναι άτοπο να αμαυρωθεί με τη δημοσιοποίηση της απελπισίας και του αδιεξόδου του. Δεν διευκρινίζεται (άλλη μια ιδιοφυής αμφισημία / σκόπιμη ασάφεια του στιχουργού) αν τον άντρα που κλαίει τον συντροφεύει η γυναίκα του ή ο πιο έμπιστος φίλος του, ο αδερφοποιητός του.</p>
<p>Το πρόσωπο αυτό (ο <em>παραστάτης</em>) οφείλει να έχει συγκεκριμένη συμπεριφορά: Να δείχνει ότι νοιάζεται και φροντίζει (<em>άναψέ του ένα τσιγάρο</em>) να τηρεί τον απαράβατο όρο της σιωπής (<em>κάτσε δίχως να μιλάς</em>) για να μην παρεμβάλει παράσιτα στο εξελισσόμενο δράμα του κεντρικού ήρωα &#8211; και ακόμα να είναι απολύτως διακριτικός (<em>κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς</em>). Στα καθήκοντα του/ της συντρόφου -παραστάτη συμπεριλαμβάνεται και ο χειρισμός των κοινωνικών επαφών (<em>κι αν χτυπήσουνε οι φίλοι</em>) με τρόπο που να συγκαλύπτει έντεχνα (<em>δώς τους τόπο να σταθούν</em>) την εικόνα ταμπού του άντρα που κλαίει. Ταυτόχρονα, φροντίζει ενεργά για την αποτελεσματικότερη κάλυψή της (<em>πιάστε δυνατό τραγούδι</em>) γιατί ο ηχηρός σπαραγμός του άντρα που βρίσκεται στη διπλανή κάμαρα κινδυνεύει να γίνει αντιληπτός (<em>οι φωνές να σκεπαστούν</em>).</p>
<p>Ήδη έχει σκιαγραφηθεί ένα πλούσιο σκηνικό δράσης και αρχαϊκού &#8211; νεοελληνικού ήθους, το οποίο ολοκληρώνουν αριστουργηματικά οι τελευταίοι στίχοι. Δηλώνεται αποφατικά πως <em>όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός</em>. Γι&#8217; αυτό η παρουσία του συμπαραστάτη, του Άλλου, που όταν υφίσταται υποδηλώνει τον πλούτο που φέρει μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης / έρωτα / φιλίας, είναι μεν ευκταία, αλλά όχι και υποχρεωτική, προκειμένου να αντέξει ο ήρωας το σπαραγμό και να βγει ζωντανός απ&#8217; αυτόν. Η έλλειψη είναι πικρή (<em>κι αν ορφάνεψε από φίλους</em>) αλλά, στην ανάγκη, καλείται ευθαρσώς ως παραστάτης στη δοκιμασία ο ίδιος ο Θεός! (<em>ξαγρυπνάει ο Θεός</em>) Μόνο στην απόλυτη ανάγκη όμως, ως λύση απελπισίας και φτώχιας και μιζέριας &#8211; καθώς ούτε το τσιγάρο πρόκειται ν&#8217; ανάψει ο Θεός, ούτε να κάνει πως δε βλέπει και δεν καταλαβαίνει&#8230;</p>
<p>Τρέχα γύρευε τώρα, γιατί κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι ανατριχιάζω&#8230;</p>
<img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/categories/zervaspanos.wordpress.com/68/" /> <img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/tags/zervaspanos.wordpress.com/68/" /> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/68/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/68/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/68/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/68/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/68/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/68/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/68/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/68/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/68/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/68/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=68&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/09/philosophy_in_three_songs/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
		<item>
		<title>Απογευματινό όνειρο</title>
		<link>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/09/afternoon_dream/</link>
		<comments>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/09/afternoon_dream/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 09 Sep 2008 05:08:21 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Πάνος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Όνειρα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://zervaspanos.wordpress.com/?p=66</guid>
		<description><![CDATA[Βλέπαμε, μέσα από ένα βαγόνι τραίνου, μια πρωτότυπη προβολή: σ&#8217; έναν τοίχο προβαλλόταν μια σελίδα comics, σε μια νοοτροπία ανάμεσα στην «παρτίδα κυνηγιού» του Bilal και στη Druna. Ο προτζέκτορας φώτιζε μια λωρίδα και ακουγόντουσαν οι φωνές των πρωταγωνιστών. Ακολουθούσε η επόμενη. Χαμογέλασα όταν μου είπαν ότι τα έχει κάνει μια άγνωστη γηραιά κυρία &#8211; [...]<img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=66&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" />]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<div class='snap_preview'><br /><p>Βλέπαμε, μέσα από ένα βαγόνι τραίνου, μια πρωτότυπη προβολή: σ&#8217; έναν τοίχο προβαλλόταν μια σελίδα comics, σε μια νοοτροπία ανάμεσα στην «παρτίδα κυνηγιού» του Bilal και στη Druna. Ο προτζέκτορας φώτιζε μια λωρίδα και ακουγόντουσαν οι φωνές των πρωταγωνιστών. Ακολουθούσε η επόμενη. Χαμογέλασα όταν μου είπαν ότι τα έχει κάνει μια άγνωστη γηραιά κυρία &#8211; ήξερα πως είναι δουλειά του φίλου μου του Νικόλα, που μπαινοβγαίνει στις κλινικές. Στα διαλλείματα έβγαιναν από το έδαφος δυο τροβαδούροι με μεγάλους μυτερούς σκούφους και τραγουδούσαν. Τελειώνοντας, έφευγαν καθέτως και εξαφανιζόντουσαν μέσα στην τρύπα τους.</p>
<p>Θέλησα να φύγω. Άνοιξα την πόρτα του βαγονιού και περπάτησα για λίγο στο παγωμένο χιόνι. Βλέπω τότε τη Χ. να με προσπερνάει βιαστικά, να πετάει τα ρούχα της (ομολογώ πως θαύμασα, σε μια ριπή χρόνου, το στρογγυλό κωλαράκι της) και με μια αποφασιστική κίνηση να βουτάει από ένα μικρό οβάλ άνοιγμα του πάγου στα νερά της λίμνης. Χάθηκε από τα μάτια μου. Έτρεξα πάνω από το άνοιγμα τρέμοντας, νομίζοντας ότι ήθελε να αυτοκτονήσει. Ξαφνικά τη βλέπω να αναδύεται, να παίρνει ανάσα και να με κοιτάζει χαμογελαστή, με τα καταπράσινα μάτια της. «Για το γούρι» μου λέει. Τρέχω και φέρνω το ρούχο της, γιατί είναι οχτώ μηνών έγκυος και φοβάμαι πως θα παγώσει. Αυτή εξακολουθεί να με κοιτάζει μ&#8217; εκείνο το πράσινο βλέμμα, τόσο έντονα που ξυπνάω.</p>
<img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/categories/zervaspanos.wordpress.com/66/" /> <img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/tags/zervaspanos.wordpress.com/66/" /> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gocomments/zervaspanos.wordpress.com/66/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/comments/zervaspanos.wordpress.com/66/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godelicious/zervaspanos.wordpress.com/66/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/delicious/zervaspanos.wordpress.com/66/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/gostumble/zervaspanos.wordpress.com/66/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/stumble/zervaspanos.wordpress.com/66/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/godigg/zervaspanos.wordpress.com/66/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/digg/zervaspanos.wordpress.com/66/" /></a> <a rel="nofollow" href="http://feeds.wordpress.com/1.0/goreddit/zervaspanos.wordpress.com/66/"><img alt="" border="0" src="http://feeds.wordpress.com/1.0/reddit/zervaspanos.wordpress.com/66/" /></a> <img alt="" border="0" src="http://stats.wordpress.com/b.gif?host=zervaspanos.wordpress.com&blog=4491790&post=66&subd=zervaspanos&ref=&feed=1" /></div>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://zervaspanos.wordpress.com/2008/09/09/afternoon_dream/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>3</slash:comments>
	
		<media:content url="http://0.gravatar.com/avatar/cc1d5ffcb5071f91f5f6cc6eb94f1435?s=96&#38;d=http%3A%2F%2F0.gravatar.com%2Favatar%2Fad516503a11cd5ca435acc9bb6523536%3Fs%3D96" medium="image">
			<media:title type="html">πάνος</media:title>
		</media:content>
	</item>
	</channel>
</rss>